Οι σοφοί των ρωμιών ΙΙ

index

Η ανάγνωση του «Μύθου “των Σοφών της Σιών”» (Πόλις, 2006) και της «Νέας Εβραιοφοβίας» (Πόλις, 2005) του Pierre-Andre Taguieff υπήρξαν κάποιες από τις εμπνεύσεις για το μετέπειτα τριήμερο «ενάντια στον ελληνικό αντισημιτισμό» που είχε διοργανωθεί το καλοκαίρι του 2009 στο κοινωνικό κέντρο «Μικρόπολις» στην Θεσσαλονίκη. Η συστηματική και εξαιρετική ανάλυση του Taguieff έδειχνε έναν τρόπο για το «πως» της διάδοσης του αγώνα ενάντια στον αντισημιτισμό. Τα δύο αυτά βιβλία αναδείκνυαν το ιστορικό βάθος του σημαντικότερου μίσους των τελευταίων αιώνων, επανέφεραν στη σύγχρονη αντιφασιστική (και γενικότερα πολιτική)  συζήτηση τη Shoah (Ολοκαύτωμα) και, βέβαια, δεν τους έλλειπαν οι συνδέσεις με την σημερινή πολιτική πραγματικότητα, διεθνή και εγχώρια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα βιβλία δεν επιδέχονται κριτική. Καθώς η δική μας ενασχόληση τότε με τον αντισημιτισμό μετρούσε μόλις 1-2 χρόνια, η έκδοση των βιβλίων του Taguieff, καθώς και η ευχάριστη έκπληξη ότι υπάρχει κι ένας έλληνας που έγραψε στο επίμετρο της «Εβραιοφοβίας» για τις σύγχρονες ελληνικές εκδοχές του αντισημιτισμού, κάτι για το οποίο μέχρι τότε αγωνιούσαμε να υπάρξει – και μιλάω βέβαια για τον Αντρέα Πανταζόπουλο[1] – μας έδωσε παραπάνω κίνητρο. Οι εκδόσεις του Taguieff ήταν ένα ορόσημο και βιβλιογραφικά, μιας και τα βιβλία περί αντισημιτισμού στην ελλάδα ήταν ανέκαθεν καταδικασμένα στην εκδοτική αφάνεια, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, και πέραν του ότι είχαν υπάρξει ελάχιστα ως τότε.

Επτά χρόνια μετά, το 2013, ένας από τους συνήθεις υπόπτους, ο δημοσιογράφος του Ιού Δημήτρης Ψαρράς, δηλαδή μέλος μιας εκ των ελαχίστων, αν όχι της μόνης, ανεξάρτητης δημοσιογραφικής ομάδας στην ελλάδα, εκδίδει την σημαντική και αναμενόμενη (για κάποιους από εμάς τουλάχιστον) δουλειά για την ελλαδική διαδρομή του βιβλίου: «Το μπεστ σέλερ του μίσους: ΤΑ «ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ ΤΗΣ ΣΙΩΝ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 1920-2013». Δεν ενδιαφέρομαι να κάνω μια αναλυτική κριτική του βιβλίου, πέρα από δύο-τρία σχόλια. Πρώτον, ο Ψαρράς κάνει την αναμενόμενη για μέλος του Ιού σοβαρή δουλειά να ψάξει στα ιστορικά βάθη του ελληνικού αντισημιτισμού, σε σχέση με τις εκδόσεις του κατασκευασμένου αυτού βιβλίου από τις ρώσικες (τσαρικές) μυστικές υπηρεσίες και την διάδοση του από έλληνες κρατικούς λειτουργούς, λαϊκούς αντισημίτες, εθνικιστές κτλ. Η πραγματική χρησιμότητα αυτής του της δουλειάς, μολονότι ασχολείται με τον κυρίως μερικό άξονα των «πρωτοκόλλων», πιστεύω ότι θα φανεί στο μέλλον, όταν θα αρχίσουν νέες μελέτες να αξιοποιούν το τεράστιο υλικό που συγκέντρωσε. Δεύτερον, ο Ψαρράς, αφήνει κάποιες συνδέσεις της λογικής «των πρωτοκόλλων», δηλαδή της συκοφαντίας και της συνωμοσιολογίας, με την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα στην ελλάδα, όπου όσο να ‘ναι οι συνωμοσιολογίες ξαναβρίσκουν μια ορισμένη άνθιση, παρόλο που δεν ασχολείται πολύ με το θέμα στο βιβλίο του. Στιγματίζει, μάλιστα, τους «αγανακτισμένους» ως φυτώριο τέτοιων αντιλήψεων και παθών, αλλά και εκδόσεις, ακόμη και λογοτεχνικές, του πρόσφατου παρελθόντος που μολονότι δεν εξισώνονται με τα «πρωτόκολλα», προωθούν έναν παρόμοιο τρόπο σκέψης (Κώδικας Ντα Βίντσι, κτλ). Επίσης, αφιερώνει μεγάλο χώρο στο πως αγκάλιασε το βιβλίο των «πρωτοκόλλων» η ακροδεξιά (κυρίως το ΛΑΟΣ) στην δεκαετία του 2000. Έπειτα, αποδίδει την διάδοση του αντισημιτικού βιβλίου σε μέρος του πολιτικού και κοινωνικού φάσματος (Αποστολική Διακονία, Μπαρμπουνάκης στην Θεσσαλονίκη κτλ), ενώ αγγίζει κάπως και την πατριωτική αριστερά, κύκλους του ΠΑΣΟΚ κτλ. Η, δε, κριτική του πιο συγκεκριμένα στην αριστερά εκτείνεται γύρω από την υιοθέτηση αντισημιτικών αντιλήψεων και πρακτικών αφορά στο Κ.Κ.Σ.Ε. και τον αντισημιτισμό του σταλινισμού και τις εγχώριες εκδοχές (ΚΝΕ και λοιπές επαναστατικές δυνάμεις γύρω από το Κόμμα). Και σταματάει κάπου εκεί.

Η διαφορά και η έλλειψη σε σχέση με τα παραπάνω βιβλία του Taguieff είναι έκδηλη. Ο Ψαρράς δεν επαναδιαπραγματεύεται το Ολοκαύτωμα, πράγμα που με τη σειρά του, του στερεί την σύνδεση με τον αντισιωνισμό που εκφράζεται σήμερα ως ‘αντισημιτισμός με μανδύα’ ενάντια στο κράτος του Ισραήλ. Και, δεύτερον, δεν μπορεί να βάλει βαθιά το μαχαίρι στο κόκκαλο αναδεικνύοντας το αγκάλιασμα της συνωμοσιολογίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των σημερινών θεωριών συνωμοσίας που υιοθετούν σχεδόν όλες οι εξ αριστερών του ΚΚΕ ελληνικές πολιτικές τάσεις, έτσι δεν μπορεί να αντιληφθεί νομίζω την «επαναστατικότητα» του αντισημιτισμού. Ο Ψαρράς δε νομίζω ότι είναι τυφλός. Πόσο μάλλον όταν ο ίδιος στο βιβλίο του μας παρουσιάζει ουκ ολίγες περιπτώσεις όπου ακροδεξιοί ανέπτυξαν «αντισιωνισμό» ενάντια στο κράτος του Ισραήλ αλλά και άλλες περιπτώσεις όπου ακροδεξιοί ή ακόμα και κομμουνιστές, ενήμεροι ή μη για το περιεχόμενο των πρωτοκόλλων, το αντικατέστησαν με παρόμοια συνωμοσιολογικά σχήματα (π.χ. «οι εβραίοι τραπεζίτες του Λονδίνου»), τα οποία στιγματίζει στο βιβλίο του. Ο Ψαρράς, λοιπόν, γνωρίζει. Και, φαντάζομαι, έφτασε σε κάποια στιγμή της συγγραφής αυτού του βιβλίου στη διερώτηση του ποια είναι η πραγματική διάδοση της συνωμοσιολογίας στην αριστερά και κατά πόσο και γιατί είναι κρίσιμο σύγχρονο ζήτημα ο αντισημιτισμός. Πρέπει να συμπεράνουμε ότι θεωρεί το ζήτημα του αντισημιτισμού κρίσιμο μιας και εκδίδει ένα βιβλίο για αυτό στο 2013 στο οποίο σε κάθε τόνο προσπαθεί να αποδείξει την σημαντικότητα της αντιμετώπισης των αντισημιτικών στερεοτύπων ενός αιώνα. Από την άλλη, εγώ συμπεραίνω ότι δεν θέλει να προχωρήσει θίγοντας θέματα όπως π.χ. η πρόσφατη «λίστα Λαγκάρντ» για την οποία ουκ ολίγη δουλειά και μπλα-μπλα έχει πέσει από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ και λοιπών προσφιλών στον συγγραφέα δυνάμεων. Εκτός αν πιστεύει κι ο ίδιος ότι ο … καπιταλισμός ή τα μνημόνια του ΔΝΤ και οι «συμφορές των ελλήνων», μπορούν να τελειώσουν αν αποκαλυφθούν ονόματα σε κάποιες λίστες. Ή αν δεν παρατήρησε την ομοιότητα της λογικής της συζήτησης γύρω από την περιβόητη «λίστα», ένα αντικείμενο-φετίχ που κρύβει όλα τα μυστικά, με την λογική της συζήτησης γύρω από τα «πρωτόκολλα». Έτσι, τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του Ψαρρά τελειώνουν απελπισμένα. Ο συγγραφέας βάζει ένα ερώτημα γύρω από την ύστατη ιστορική απόδειξη της πλαστότητας των «πρωτοκόλλων». Το ερώτημα δεν μπαίνει προφανώς σε ρεαλιστική βάση. Το ερώτημα αυτό μπαίνει μόνο και μόνο για να στιγματίσει στη συνέχεια τους πολέμιους των «πρωτοκόλλων» (π.χ. τον Νόρμαν Κον) που αποδίδουν την διάδοση του πλαστογραφήματος αυτού σε μια «διεθνή των αντισημιτών».

Έτσι, με ένα φτηνό κατά τη γνώμη μου και σοφιστικό σχήμα περί «θεωρίας των άκρων», προσαρμοσμένο στις ανάγκες του, ο Ψαρράς εγκαλεί αυτούς τους πολέμιους των πρωτοκόλλων για το ότι έχουν δήθεν εντρυφήσει στη λογική των «πρωτοκόλλων» και έχουν παραχωρήσει χώρο στη σκέψη τους για … αντίστροφη συνωμοσιολογία. Η ιδέα αυτή είναι βέβαια επίτηδες στριμωγμένη στο τέλος του βιβλίου (σελ. 312 επ.) μιας και, όπως φαίνεται, αποτελεί ένα είδος κεντρικού άλλοθι του Ψαρρά (απέναντι στους πολιτικούς συντρόφους του;) για την συγγραφή ενός βιβλίου για αντισημιτισμό. Την επαναλαμβάνει αρκετά νωρίς μάλιστα και σε άσχετο σημείο σε μια συνέντευξη που του πήρε το TVXS: «Αναλύοντας σε βάθος το ιστορικό της διαδρομής τους στη χώρα μας είναι εύκολο να πέσεις στο δικό τους μύθο: να αντικαταστήσεις δηλαδή την «εύκολη ερμηνεία» που παρέχουν τα Πρωτόκολλα για τη δυσερμήνευτη εποχή μας, με μια άλλη «εύκολη ερμηνεία» που θα αντικαθιστά τη θεωρία συνωμοσίας που υπαινίσσονται τα Πρωτόκολλα (τη συνωμοσία των Εβραίων) με την ακριβώς αντίστροφη: δηλαδή με τη θεωρία συνωμοσίας των αντισημιτών» (η έμφαση δική μου). Πέρα από την αντιστροφή των σχέσεων θύματος-θύτη που φαίνεται να προβαίνει με μια ευκολία ο Ψαρράς, δείχνει εδώ για μένα ότι δεν έχει ή δεν θέλει να ασχοληθεί με την πολυπλοκότητα του αντισημιτισμού, την πολυμορφία των οπαδών του και των συμμαχιών τους, καθώς και τις πιθανότητες της εξοντωτικής επαν-εφαρμογής του σε μαζική κλίμακα. Γι’ αυτό ισχυρίζομαι ότι δεν επανα-διαπραγματεύεται το Ολοκαύτωμα κιόλας ο Ψαρράς. Γιατί κατά τη γνώμη μου, η ανάδειξη του σύγχρονου αντισημιτισμού ως ξεχωριστού ρατσισμού αλλά και του ιστορικού του βάθους στις ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν μπορούν να εκτιμηθούν στις πραγματικές τους διαστάσεις μόνο αν τα αντιμετωπίσουμε ως παρελθόντα στερεότυπα, αλλά μόνον αν τα δούμε ως σύγχρονα πάθη και επικαιροποιημένες «απολαύσεις». Εξάλλου, τι οφείλουμε εμείς σήμερα στο Ολοκαύτωμα αν όχι να το αναγνωρίσουμε ως τομή ή αποκορύφωμα, όπως το βλέπει ο καθένας, του ανθρώπινου πολιτισμού; Δεν αρκεί το Ολοκαύτωμα το ίδιο να αποτελεί τον λόγο της απαγόρευσης των «πρωτοκόλλων των σοφών της σιών»; Αυτό δεν αξίζει για τη μνήμη των έξι εκατομμυρίων; Δεν αρκεί το «έγινε, άρα μπορεί να ξαναγίνει» του Πρίμο Λέβι για να σκεφτούμε την επικαιρότητα αυτού του συλλογισμού; Ή μήπως δεν αρκεί αυτή η θολούρα μεταξύ των εννοιών του ‘αντισημιτισμού’ και του ‘αντισιωνισμού’ για να κρίνουμε με καχυποψία πλέον οριστικά κάθε πολεμική εναντίον του κράτους του Ισραήλ και να δούμε πόσο επικίνδυνη είναι, πετώντας στα σκουπίδια την έννοια του «αντισιωνισμού», βήμα στο οποίο δεν προχωρά ο συγγραφέας.

Ενώ, λοιπόν, ακριβώς κλειδί κατανόησης της δημιουργίας και της συνέχισης της ύπαρξης του κράτους του Ισραήλ είναι το Ολοκαύτωμα, η κριτική του Ψαρρά σταματάει πολύ πιο πριν.

Σημερινές χρήσεις του βιολογικού αντισημιτισμού που ακόμη συζητιούνται σε κείμενα της αριστεράς, έστω και σαν πρόφαση εναντίον του Ισραήλ, δεν συζητιούνται, ενώ το παντοδύναμο στερεότυπο περί κυριαρχίας των εβραίων, το οποίο μπορεί κανείς να βρει σε διάφορες παραλλαγές και ποικίλες μετωνυμίες στον αριστερό ή αντιεξουσιαστικό λόγο, δεν προβληματίζουν πέρα από το παράδειγμα των ήδη ‘νεκρών’ κινηματικά αγανακτισμένων. Αντίστοιχα, λείπουν διεθνείς νύξεις για την διάδοση των «πρωτοκόλλων», π.χ. παρά την τεράστια συζήτηση γύρω από την Αίγυπτο και την παρελκόμενη συζήτηση περί αλλαγών στρατηγικής στην εξωτερική πολιτική γύρω από το Ισραήλ, συνέχισαν να μην αποκτούν ενδιαφέρον γεγονότα όπως αυτό της προβολής ενός σίριαλ στην αιγυπτιακή τηλεόραση που αποτελούσε μεταφορά των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών στην υψηλότερη ζώνη τηλεθέασης. Εξάλλου, δύσκολο να ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο ο Ψαρράς μιας και ο ‘αντισιωνισμός’ της ομάδας Ιός είναι του ίδιου επιπέδου, όπως και της υπόλοιπης ελληνικής αριστεράς. Αυτές οι ιδεολογικές παρωπίδες, εξάλλου, θέτουν εν αμφιβόλω την συγκρότηση εξ αριστερών μιας σοβαρής αναλυτικής κριτικής σκέψης γύρω από την παγκόσμια δηλητηριώδη διάδοση του αντισημιτιμού που μεταφράζεται σε μια εχθρική πραγματικότητα που αντιμετωπίζει το Ισραήλ καθώς και οι εβραίοι της Διασποράς και μάλιστα από παραδοσιακά μη-φίλους της αριστεράς ή πολύ περισσότερα από την ίδια. Αυτό το τελευταίο σαν στοιχείο είναι το πιο κρίσιμο καθώς βλέπουμε ότι ακόμα κι αν μετατοπίζονται παραδοσιακοί έλληνες αριστεροί στο να δουν επιτέλους το θέμα του αντισημιτισμού, το βλέπουν ακόμα και σε σήμερα σε μια παρελθοντική κλίμακα, σχετιζόμενη κυρίως με τους εξοντωμένους εβραίους, αποσυνδεδεμένη από το παρόν και τους επιζώντες εβραίους – εν δυνάμει σημερινούς στόχους του αντισημιτισμού. Το φαινόμενο, βέβαια, δεν είναι μεμονωμένο, ξεπερνάει τον Ψαρρά και αγγίζει τον Γαβριηλίδη, ξεπερνά τον Γαβριηλίδη και αγγίζει άλλους.

Η προσπάθεια αυτή και η μερική μόνον μετατόπιση αυτή, θα μου επιτρέψετε να πω, στο βαθμό που έχει μια προσκόλληση στο παρελθόν και χρησιμοποιεί τον αντισημιτισμό ιστορικίστικα, και ειδικά ενόψει του ότι οι διακρατικές ελληνο-ισραηλινές αναβαθμίστηκαν, μιας και οι έλληνες μυρίστηκαν χρήματα από πιθανές διακρατικές συμφωνίες ανάπτυξης, αποτελεί λίγο πολύ «τζάμπα μαγκιά». Γιατί πλέον ακόμη κι ο χειρισμός ενός θέματος όπως ο αντισημιτισμός, εφόσον και για όσο το κυρίαρχο (και κρατικό) ρεύμα πάει έτσι, δεν θα ενοχλεί, αρκεί βέβαια να πρόκειται για έναν ανώδυνο χειρισμό – δηλαδή, καταρχήν να μην σκαλίζει και επανεπεξεργάζεται (ελληνικές ευθύνες για) το Ολοκαύτωμα και να μην προκαλεί ανακατωσούρες στα ιδεολογικά συναξάρια της αριστεράς (βλέπε «αντισιωνισμός» ενάντια στο Ισραήλ). Πόσο μάλλον όταν τέτοιοι χειρισμοί συνυπάρχουν με ντεμέκ δημόσιες απόπειρες προβολής της ελλαδάρας (άλλοι τζάμπα μάγκες από δω) ως του σοβαρού νηφάλιου κράτους που μεσολαβεί σε διπλωματικό επίπεδο υποτίθεται και για να τα βρουν άραβες και ισραηλινοί, όπως πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν δήλωσαν έλληνες (πρωθ)υπουργοί. Έτσι, όλοι είναι καλά. Με τις πλάτες του ελληνικού κράτους αλλά και της ανώτερης πια ηθικά «μετα-εθνικής» αριστεράς της ευρωπαϊκής κοινωνίας.

Stepanyan TSP, 23.01.2014.

(4 αναρτήσεις με αφορμή αυτή την εβδομάδα μνήμης για τη Shoah)


[1] Το γεγονός ότι τα βιβλία δεν είχαν υπογραφή κάποιου έλληνα ήταν αυτονόητο. Η μετάφραση «ξένων» συγγραφέων είναι η καλύτερη πρακτική όταν κανείς δεν βάζει το χέρι του στη φωτιά για ένα θέμα τόσο καυτό όσο ο αντισημιτισμός και φυσικά όταν σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρεται καν για το ζήτημα.

This entry was posted in new stuff and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *