By-standers: on being able to sleep

diasosi-karina-lampsa-iakob-simpi

Όπως βλέπουμε πολύ καλά στη ‘Διάσωση’, σε κάθε γενοκτονική πράξη αναμειγνύονται τρεις πλευρές:

1. Οι θύτες, οι δολοφόνοι (perpetrators).
2. Τα θύματα (victims).
3. Κι ο υπόλοιπος κόσμος – η τρίτη πλευρά (the third party), εκείνοι που δεν είναι συνεργοί στο έγκλημα, που δεν συμπεριλαμβάνονται στα θύματα, είναι όμως μάρτυρες των γεγονότων και μπορούν να επιλέξουν εάν θα αντιδράσουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

1. Στον υπόλοιπο κόσμο συγκαταλέγονται εκείνοι που βοηθούν τους θύτες που είναι πάντα περισσότεροι από εκείνους που βοηθούν τα θύματα. Ανάμεσά τους, υπάρχουν εκείνοι που βοηθούν στον εντοπισμό των θυμάτων και την αποστολή τους στον τόπο της σφαγής (όπως για παράδειγμα η αιχμαλωσία των Εβραίων στη Γαλλία και η αποστολή τους στα στρατόπεδα, που έγινε σε στενή συνεργασία με τη γαλλική αστυνομία και άλλα γαλλικά ιδρύματα). Υπάρχουν κι εκείνοι που παρέχουν στον θύτη άμεση βοήθεια (όπως στον αποδεκατισμό των Εβραίων στην Ανατολική Ευρώπη).

2. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν εκείνοι που βοηθούν τα θύματα κι αποτελούν πάντοτε μια μικρή μειονότητα (όπως για παράδειγμα οι Δίκαιοι των Εθνών, την περίοδο του Ολοκαυτώματος).

3. Κυρίως όμως υπάρχουν οι αμέτοχοι, εκείνοι που απλώς παρακολουθούν και σωπαίνουν κι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Και δεν θα υπερβάλλουμε αν πούμε πως η επιτυχία μιας γενοκτονίας εξαρτάται κατά πολύ από τη συμπεριφορά της ‘τρίτης πλευράς’. Εκείνης που παρακολουθεί τις γενοκτονίες ‘από μακριά’ -και από ηθική τουλάχιστον άποψη φέρει ευθύνη, ίσως και ενοχή.

Είμαστε, λοιπόν, ηθικά τουλάχιστον όλοι μας συνεργάτες ή και ένοχοι.

* * *

Πού ήσασταν όλα αυτά τα χρόνια; Για πολλά χρόνια αυτή η συλλογική ενοχή δεν απασχόλησε τους Γερμανούς, και το ερώτημα αυτο δεν τέθηκε. Ούτε άλλωστε στην υπόλοιπη μεταπολεμική Ευρώπη, που άργησε πολύ να κάνει την αυτοκριτική της. Όμως, τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 είδαν το φως της δημοσιότητας βιβλία γραμμένα, με τρόπο οξύ και καυστικό, από Γερμανούς της ‘δεύτερης γενιάς’, που ζητούσαν να μάθουν πού ήταν και τι έκαναν οι γονείς τους εκείνα τα χρόνια.

Θα πω μερικά πράγματα για την γερμανική αυτοκριτική, είτε επειδή η Γερμανία ήταν ακραία περίπτωση θύτη, και αυτό έχει σημασία στην αυτοκριτική που έκανε. Είτε για να θίξω αυτό το θέμα που δεν έγινε ποτέ στην Ελλάδα και άνευ αυτοκριτικής δεν υπάρχει και διόρθωση.

Ογδόντα περίπου χρόνια μετά την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Uwe Timm, η Christa Wolf, o Peter Weiss, ο Gunter Grass – και άλλες φωνές της μεταπολεμικής γερμανικής λογοτεχνίας, αναρωτήθηκαν επίμονα για την αδιαφορία, τη σιωπή και τα συναισθήματα των Γερμανών πολιτών σε σχέση μ’ εκείνη την περίοδο.

Σ’ ένα βιβλίο που δημοσίευσε το 2004 με τίτλο Στη σκιά του αδελφού μου, Ζωή και Θάνατος στα Ες-Ες (In My Brother’s Shadow: A Life and Death in the SS), ο Uwe Timm, σκιαγραφεί το πορτρέτο της οικογένειάς του: μια τακτοποιημένη μικροαστική οικογένεια, όχι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη και βέβαια ανενεργή κομματικά, που συνειδητά ή ασυνείδητα είχε το δικό της μερίδιο στα εγκλήματα του ναζιστικού καθεστώτος.

Ο πατέρας, δεξιών, εθνικιστικών πεποιθήσεων, ήταν άνθρωπος κοινωνικός, με χιούμορ, ευγενικός με τις γυναίκες κι έπαιζε πιάνο. Δεν ήταν μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, παρόλο που τον είχαν προσεγγίσει και του είχαν προτείνει διάφορες θέσεις. Η μητέρα ήταν μια συμπαθέστατη γυναίκα, με καλούς τρόπους, σεμνή και πιστή στην οικογένεια. Έμαθαν στο μικρό τους γιο να χαιρετάει υψώνοντας το χέρι και χτυπώντας το τακούνι του στη γη, Χάιλ Χίτλερ. Προς μεγάλη έκπληξη του μικρού, με την είσοδο των Αμερικανών, απαίτησαν να σταματήσει αμέσως αυτόν τον χαιρετισμό.

Ένα μικρό απόσπασμα:

″Εγώ, που ανήκω στη γενιά που της απαγόρευαν να κλάψει, γιατί οι άντρες δεν κλαίνε, κλαίω λες και πρέπει να χύσω όλα τα απωθημένα δάκρυα για την άγνοια, την αδιαφορία της μαμάς, του μπαμπά, του αδελφού, να ξέρουν, να μάθουν αυτό που μπορούσαν να μάθουν, αυτό που έπρεπε να ξέρουν… Δεν ήξεραν διότι δεν ήθελαν να δουν, διότι έστρεψαν το βλέμμα τους αλλού…″

Η οικογένεια που περιγράφεται εδώ είναι μια γερμανική οικογένεια από το Αμβούργο: μάνα, πατέρας και αδελφός που δεν ήξεραν και δεν ήθελαν να ξέρουν – κι ένας ακόμα αδελφός, το στερνοπαίδι, που ίσως μόνο και μόνο, επειδή είχε την τύχη να γεννηθεί μετά από αυτούς, θέλησε και ακόμα θέλει, όταν πια οι άλλοι έχουν αποδημήσει εις Κύριον, να μάθει. Ρωτά και ερευνά. Και τότε βρίσκει τα μέλη της οικογένειας του στο ατομικό τους όνειδος και κλαίει το κλάμα εκείνο που εκείνοι, φαίνεται, δεν έκλαψαν, κλαίει γι’ αυτούς και για τον ίδιο τον εαυτό του, σάρκα από τη σάρκα τους.

Αυτός, ο μικρός αδελφός, είναι ο Γερμανός συγγραφέας Uwe Timm, που γεννήθηκε το 1940. Τα παιδικά του χρόνια πέρασαν υπό τη σκιά του πένθους και των αφηγήσεων των γονιών του για τον μεγάλο του αδελφό, τον Καρλ-Χάιντς Τιμ, που γεννήθηκε το 1924 και πέθανε το 1943 από τα τραύματα που υπέστη στην Ουκρανία, όταν υπηρετούσε σε μια από τις πιο φανατισμένες και βάναυσες μονάδες των Waffen-SS. Επιστρατεύτηκε σ’ αυτή τη μονάδα εθελοντικά, κι ο μικρός αδελφός θέλει να ξέρει γιατί διάλεξε αυτή τη μονάδα. Όμως δεν καταφέρνει να ανασύρει την απάντηση ούτε από τις λίγες αναφορές στο “Ημερολόγιο από το μέτωπο” που άφησε πίσω του ο Καρλ-Χάιντς, ούτε στα γράμματα που έγραφε ως στρατιώτης στους γονείς, ούτε από τους ίδιους τους γονείς, που μιλούσαν πάντα γι’ αυτόν τον μεγάλο αδελφό ως γιο άξιο προς μίμηση για τον νεότερο. Έναν νέο που δεν είπε ποτέ ψέματα, που ήταν πάντα έντιμος και σωστός, που δεν έκλαιγε, που ήταν τολμηρός, υπάκουος, υπόδειγμα νέου…

Στο ημερολόγιο και τις επιστολές του νεκρού αδελφού δεν γίνεται μνεία για τις βαρβαρότητες που διαπράχθηκαν, που ενδεχομένως ο ίδιος διέπραξε, στις περιοχές που πολέμησε ο γερμανικός στρατός. Δεν υπάρχει ίχνος συναισθημάτων ή διλημμάτων, που ο μικρός αδελφός θα ήθελε τόσο να ανακαλύψει στον μεγαλύτερο. Απ’ την πλευρά τους, οι γονείς δεν ενδιαφέρονται να μάθουν τίποτα άλλο, παρά μόνο αν ήταν δυνατόν να είχε σωθεί η ζωή του γιου τους. Μετά τη λήξη του πολέμου, όταν πια όλοι αναγκάστηκαν να παραδεχτούν τα εγκλήματα που διέπραξε ο γερμανικός στρατός στα κατεχόμενα εδάφη, οι γονείς είπαν: Τα Ες-Ες ήταν μια κανονική μάχιμη μονάδα. Οι εγκληματίες ήταν τα S.D., τα Einsatzgruppen (επιχειρησιακές μονάδες). Κι οι μεγαλύτεροι εγκληματίες απ’ όλους ήταν εκείνοι στην κορυφή. Η ηγεσία, που εκμεταλλεύτηκε τα ιδανικά των νέων…

Η Christa Wolf, γνωστή συγγραφέας από την Ανατολική Γερμανία (1929-2011), ήταν δέκα έξι χρονών όταν ηττήθηκε η ναζιστική Γερμανία. Στην αυτοβιογραφική της αφήγηση “Το βλέμμα αλλάζει” (1970) περιγράφει την απόδρασή της οικογένειάς της προς τα δυτικά, την ώρα που προέλαυνε ο σοβιετικός στρατός, τις τελευταίες μέρες του πολέμου. Η οικογένειά περιπλανιόταν στους δρόμους μαζί με μια κακόμοιρη ομάδα από άλλες τρομοκρατημένες οικογένειες.

Αμερικανικά μαχητικά βομβάρδιζαν από ψηλά, οι πρόσφυγες αναγκάζονταν συνέχεια να αναζητούν καταφύγιο για να προστατευτούν κι η νεαρή κοπέλα δεν αντιλαμβανόταν πώς έπεσε επάνω τους μια τέτοια συμφορά: “Άνθρωποι τακτοποιημένοι και νοικοκυραίοι, που κατοικούσαν ήσυχα σε ένα δίπατο σπίτι δίπλα σε μια ακακία… Άλλωστε, κανείς από εμάς δεν ήθελε να γίνει Καίσαρας, ούτε Πάπας, και βέβαια ούτε θεός ο εν τοις ουρανοίς, ο ένας πουλούσε κάτω στο μαγαζί αλεύρι και βούτυρο και αγγουράκια τουρσί και κριθαρένιο καφέ κι ήταν αρκετά ικανοποιημένος, ο άλλος μάθαινε αγγλικά σε τραπέζι σκεπασμένο με μαύρο μουσαμά, και αγνάντευε από το παράθυρο την πόλη και το ποτάμι…”.

Στη διάρκεια των περιπλανήσεων σκοτώθηκε ένας πατέρας τεσσάρων παιδιών και το κορίτσι άκουσε τη μάνα του να λέει φωναχτά αγκαλιάζοντας τη χήρα, Οι παλιάνθρωποι, οι δολοφόνοι… Και δεν εννοούσε βέβαια τους Ναζί… Όπως αναφέρει η Κρίστα Βολφ σε μεταγενέστερο βιβλίο της (Patterns of Childhood, 1976 Ένα πρότυπο παιδικής ηλικίας), οι γονείς της δεν διανοήθηκαν ούτε στιγμή πως έφεραν την παραμικρή ευθύνη για όσα συνέβησαν…Οι υπαίτιοι ήταν άλλοι: οι ηγέτες, οι πολιτικοί που τους εξαπάτησαν κι έφεραν την καταστροφή…

Έτσι π.χ. η ομάδα των προσφύγων που δραπετετεύουν, κατά την αφήγηση της Κρίστα Βολφ, συναντούν κατά την πορεία τους μια ομάδα επιζώντων Εβραίων. Η συνάντησή με αυτούς ήταν, φαίνεται, τρομακτική. Τουλάχιστον σαν συνάντηση με τον εχθρό: “Και να, είδαμε τους επιζώντες. Η φήμη πως αυτοί έρχονται πίσω μας, μας κυνηγούσε σαν φάντασμα. Ο φόβος πως θα έπρεπε να αποδρούμε κι απ’ αυτούς δεν μου είχε έρθει καν στο μυαλό εκείνες τις μέρες… η όψη τους διέφερε από την όψη όλων των ανθρώπων που είχα δει μέχρι τότε και δεν με εξέπληξε που εντελώς ασυνείδητα αναπήδησα προς τα πίσω όταν βρεθήκαμε μπροστά τους. Όμως αυτή η αναπήδηση προς τα πίσω αποκάλυψε την ενοχή μας. Όλοι μας ξέραμε – κακόμοιροι σαν εμάς, που μας αποξένωσαν δια της βίας από τις περιουσίες μας, που μας ξερίζωσαν από τα κτήματά μας, από τα σπίτια μας, από τα μαγαζιά μας και από τα πνιγηρά υπνοδωμάτιά μας και από τα λαμπερά σαλόνια που η φωτογραφία του Φύρερ ήταν κρεμασμένη σε έναν από τους τοίχους – ξέραμε. Εκείνοι εκεί, για τους οποίους διακήρυτταν πως ήταν ζώα και τώρα βρίσκονταν κοντά μας για να μας εκδικηθούν – τους γυρίσαμε την πλάτη. Και τώρα θα έρθουν αυτοί οι κουρελιασμένοι άνθρωποι και θα φορέσουν τα ρούχα μας, θα βάλουν τα ματωμένα πόδια τους στα παπούτσια μας, Τώρα αυτοί οι πεινασμένοι θα αρπάξουν το βούτυρο και το αλεύρι και το σαλάμι που μόλις είχαμε ληστέψει. Κι ένιωσα τρέμουλο: αυτό είναι το δίκαιο, και για κλάσμα του δευτερολέπτου ήξερα πως εμείς ήμαστε οι ένοχοι. Κι αμέσως το ξαναξέχασα”.

Λίγο καιρό μετά έγινε η συνάντηση, πρόσωπο με πρόσωπο, με τους Εβραίους διασωθέντες. Καμιά φορά κιόλας καθόμασταν μαζί γύρω από την ίδια φωτιά, όμως δεν διαφαινόταν καμιά πρόθεση να μιλήσουμε μαζί τους. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνοι μιλούσαν. Η Κρίστα Βολφ αφηγείται: «… δεν είχα βέβαια καμιά όρεξη να μιλήσω με τον επιζώντα που καθόταν μαζί μας τα βράδια γύρω από τη φωτιά… κι ακόμα περισσότερο δεν ήθελα να αναγνωρίσω την θλίψη και την έκπληξη που ενυπήρχαν στη φωνή του όταν ρωτούσε: πού ήσασταν εσείς όλα αυτά τα χρόνια;”

Πού ήσασταν όλα αυτά τα χρόνια; – την ερώτηση αυτήν για πολλά χρόνια δεν την έκαναν στην Γερμανία. Μετά, και με τρόπο ιδιαίτερα οξύ, καυστικό και λεπτομερή την έκαναν στη λογοτεχνία. Τη δεκαετία του ’70 και του ’80 είδαν το φως της δημοσιότητας μια σειρά βιβλίων γραμμένα από Γερμανούς “της δεύτερης γενιάς”, που ήθελαν να ξέρουν πού ήταν οι γονείς τους όλα αυτά τα χρόνια, οι πατεράδες τους και οι μανάδες τους που ακόμα είναι δεμένοι μαζί τους και τους αγαπούν. Μα, οι γονείς τους ήταν άνθρωποι καλοί και ευπρεπείς, που η ναζιστική ιδεολογία τούς ήταν ξένη και σίγουρα δεν πήραν μέρος στα βασανιστήρια, το σκοτωμό και τις δολοφονίες, στην αρχή μεμονωμένων ατόμων και αργότερα σχεδόν όλων.

Στο βιβλίο του ‘Υποθέσεις δολοφονίας’, ο Manfred Frenke, ο οποίος γεννήθηκε το 1930, αναφέρεται σε όσα συνέβησαν στη γενέτειρά του τη Νύχτα των Κρυστάλλων. Στον οκτάχρονο Μάνφρεντ δεν εξήγησαν βέβαια τι ήταν εκείνες οι εκρήξεις που άκουγε ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι του, τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου 1938. Ούτε τι σήμαιναν οι καταστροφές που είδε με τα μάτια του στους δρόμους και στα σπίτια των Εβραίων γειτόνων. Απλώς του απαγόρευσαν να αγγίξει τις χρωματιστές μπίλιες που ήταν πεταμένες στο δρόμο, μαζί με άλλα εμπορεύματα ενός κατεστραμμένου μαγαζιού. Θα σου αγοράσουμε άλλες…αυτές ανήκουν σε Εβραίο. Και κανείς δεν ξέρει αν απαγόρευσαν στο παιδί να τις πάρει για λόγους τιμιότητας ή επειδή ανήκαν σε Εβραίο… Στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1973, ο Φρένκε ερεύνησε τον τρόπο με τον οποίο το τμήμα του πληθυσμού που δεν συμμετείχε στις βιαιοπραγίες, απέστρεψε το βλέμμα του.

“Και η απραξία είναι πράξη. Και η προσήλωση, η θέαση, το τρέξιμο για να δω, το τρέξιμο για να κοιτάξω και να φύγω, να ακούσεις κάτι και να μην πλησιάσεις, η άρνηση να πλησιάσουμε όταν καλούμαστε να πλησιάσουμε, … το να πάμε να δούμε τι συνέβη και αμέσως να αποχωρήσουμε υπό το φόβο απειλών, κι αυτά πράξεις είναι”.

* * *

Στις γνωστές δίκες του Άουσβιτς, που διεξήχθησαν μεταξύ 1963 και 1965 στην Φραγκφούρτη κατά των Ναζί από το προσωπικό των στρατοπέδων, ένας από τους μάρτυρες (όχι κατηγορούμενος) ήταν ένας υπάλληλος με υψηλή τότε θέση στην εταιρία σιδηροδρόμων. Διευθυντής σταθμού όπου έφταναν οι κρατούμενοι, ρωτήθηκε αν ήξερε ποιος ήταν ο λόγος αυτών των αποστολών. Δεν με είχαν βάλει στο μυστικό, απάντησε. Το μόνο που ξέραμε ήταν πως αυτοί οι άνθρωποι μετακομίζουν σε άλλες περιοχές και πως οι αποστολές γίνονταν υπό την αιγίδα του Ράιχ. Κι ένας από τους συνηγόρους είπε: Οι γενικευμένες κατηγορίες δεν έχουν καμιά αξία. Υπό συζήτηση είναι μόνο περιπτώσεις ενοχής σαφώς αποδεδειγμένες. Και η παραμικρή αμφιβολία δικαιώνει τους κατηγορούμενους… Και ένας άλλος συνήγορος είπε:

“Το γεγονός πως ο πελάτες μας / έμεναν κοντά στο μέρος όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα / που αναφέρθηκαν εδώ / δεν αποδεικνύει με κανέναν τρόπο / πως γνώριζαν έστω και το παραμικρό”. Και ο κατηγορούμενος Σταρκ π.χ. λέει: “Κύριε Πρόεδρε / επιτρέψτε μου να εξηγήσω μια για πάντα / ήδη από το σχολείο που πηγαίναμε / κάθε τρίτη λέξη που μαθαίναμε/ μιλούσε γι’ αυτούς που έφταιγαν για όλα / που πρέπει να τους εξολοθρεύσουμε / και πως αυτό γίνεται μόνο για το καλό του λαού μας / στα σχολεία του Φύρερ μας έμαθαν πρώτα απ’ όλα/ να αποδεχόμαστε το κάθε τι σιωπηρά / και όταν κάποιος έκανε ερώτηση / του έλεγαν / πως γίνεται βάσει του νόμου / τι σημασία έχει λοιπόν που σήμερα υπάρχουν άλλοι νόμοι.”

Στα πρωτόκολλα αυτής της δίκης, στήριξε ο Γερμανοεβραίος συγγραφέας και διανοούμενος Πέτερ Βάις (1926-1982), το θεατρικό του έργο ‘Η Ανάκριση’. Σκοπός του δεν ήταν να αναπαραστήσει τη δίκη, αλλά να σκιαγραφήσει τη μορφή του κοινωνικού και ανθρώπινου συστήματος που μπορούσε να προβεί σε τέτοιες πράξεις. Για παράδειγμα, πολλοί από τους δικαστές σε αυτές τις δίκες, που εκπροσωπούσαν τώρα μια αξιοπρεπή κοινωνία, υπηρετούσαν ως δικαστές και την περίοδο του Τρίτου Ράιχ. Όπως ακριβώς οι δικαστές των Εβραίων δοσίλογων, το 1946, που τους έστειλαν στη φυλακή και στην αγχόνη, ήταν μέρος του δικαστικού μηχανισμού στην κατεχόμενη Ελλάδα. Ήταν κι αυτοί συνεργάτες εξ’ αμελείας – όρος που χρησιμοποίησε κάποτε ο φίλος ιστορικός Νίκος Ζάικος. Όπως οι εργαζόμενοι στους ελληνικούς σιδηροδρόμους, όπως οι υπάλληλοι της ΥΔΙΠ που μοίρασαν τις εβραϊκές περιουσίες σε άλλους, όπως οι υπάλληλοι του Δήμου Θεσσαλονίκης που έδωσαν εντολές για την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου και την αλλαγή των ονομασιών των εβραϊκών οδών, όπως οι καθηγητές Ιατρικής που έκαναν νεκροψίες πάνω στις ταφόπλακες του νεκροταφείου… Όπως όλοι οι άλλοι που συνέχισαν να εκτελούν τα καθήκοντά τους, σαν τίποτα να μην είχε συμβεί.

Νομίζω πως πρέπει όλα αυτά να τα μελετήσουμε, να τα καταλάβουμε και να τα αφομοιώσουμε και μετά να φωνάξουμε ειλικρινά ‘ποτέ πια’. Και να το εννοούμε.

Ομιλία του Ιακώβ Σιμπή στην ελληνο-αμερικανική ένωση (12/02/2014) κατά την παρουσίαση του βιβλίου “Η Διάσωση” των Ι. Σιμπή και Κ. Λάμψα (εκδόσεις Καπόν, 2014). Την ομιλία της Καρίνας Λάμψα, από την ίδια εκδήλωση, μπορείτε να την βρείτε εδώ http://enantiastonantisimitismo.wordpress.com/2014/02/16/karina_lampsa_omilia/

* ΛΙΓΑ ΣΧΟΛΙΑ: Ο τίτλος του άρθρου του Σιμπή είναι δικός μου, αυθαίρετος, μιας και το άρθρο το βρήκα άτιτλο. Το επέλεξα για αναδημοσίευση γιατί συμφωνώ με την οπτική του συγγραφέα γύρω από την μηδενική αυτοκριτική των ελλήνων χριστιανών σε σχέση με το εβραϊκό Ολοκαύτωμα, μιας και αυτοί ήταν που σε άλλες περιπτώσεις το υπο-βοήθησαν ή σε άλλες απλώς το καλοδέχτηκαν, συνυπολογίζοντας βέβαια και τις ελάχιστες εξαιρέσεις που αφήνει περιθώρια να προσμετρήσουμε το μεγαλύτερο ποσοστό εξόντωσης Εβραίων σε όλη την Ευρώπη το οποίο διαθέτει αυτή η χώρα. Το άρθρο αυτό πρέπει επιτέλους να δώσει αφορμή για επιστημονική ή άλλη έρευνα πάνω στους έλληνες by-standers, κατά προτίμηση χωρίς την στρατηγικής σημασίας αναφορά για το τι έγινε σε κάποια άλλη χώρα (π.χ. Βουλγαρία ή γερμανία), με σκοπό τελικά όχι μόνο να μη θιχθούν αλλά να χαϊδευονται κιόλας τα αυτιά και οι συνειδήσεις των ελλήνων. Από την άλλη, δεν μπορώ παρά να δηλώσω την διαφωνία μου (αναλυτικά, σε επόμενη ανάρτηση) για το ότι η γερμανία επεξεργάστηκε και έκανε την αυτοκριτική της για το Ολοκαύτωμα. Τα στοιχεία που έχουμε γι’ αυτό είναι μπόλικα και όλα ξεπερνούν τις politically correct δικαιολογίες τους.

Στην τελική, αν κανείς θέλει να βάλει τους έλληνες να κάνουν αυτοκριτική, γρήγορα θα πρέπει να καταλάβει ότι το καλύτερο παράδειγμα για αυτό δεν μπορεί να ταυτίζεται με ανθρώπους όπως, για παράδειγμα, ένα πρώην μέλος της εθνικοσοσιαλιστικής νεολαίας που, επειδή οι καιροί άλλαξαν και δεν είναι πια σικ να κυνηγάς εβραίους, έχει μετεξελιχθεί σε ένα ανθρωπάκι που ενώνει τη φωνή του μαζί με όλους τους πολέμιους του εβραϊκού κράτους.

Stepanyan TSP, 14/02/2014

This entry was posted in αναδημοσιεύσεις and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *