Σκέψου αρνητικά και μη γελάς με ηλίθια αστεία

Σύμφωνα με μια στερεοτυπική απόδοση της ομοιογένειας των λαών, για την οποία λίγοι διαμαρτύρονται πως δεν τους εκφράζει, οι γερμανοί είναι ‘εργατικοί’, οι ιταλοί ‘φωνακλάδες’, οι έλληνες ‘έξω καρδιά’ και ‘γλεντζέδες’ κ.ο.κ. Συνήθως λειτουργούν δυο-τρία τέτοια στερεότυπα για τον πληθυσμό κάθε χώρας, δίνοντας έμφαση στις χώρες “με ιστορία” ή τουλάχιστον τις χώρες που πρωταγωνιστούν στις παγκόσμιες εξελίξεις σε πολιτικό επίπεδο. Κανείς στην Ευρώπη δεν ξέρει να πει τι είναι οι Ταϊλανδοί, οι Λιβανέζοι ή οι Μαυριτανοί, βέβαια, μιας και αυτοί ανήκουν σε ευρύτερες γεωγραφικές και εθνικο-πολιτισμικές κατηγορίες λαών για την Δύση, τόσο μακρινές όσο ήταν την περίοδο της μεγάλης αποικιοκρατίας, για τις οποίες εξάλλου ποτέ δεν αναπτύχθηκε ένα μαζικό δυτικό ενδιαφέρον να προσεγγιστούν. Και τα ίδια αυτά, εξάλλου, τα στερεότυπα που κυκλοφορούν για γερμανούς, έλληνες κτλ αποτελούν κομμάτι μιας εθνικής παράδοσης και μιας αποικιοκρατικής λογικής μιας και για να έχει στερεότυπα ένας λαός, σημαίνει καταρχήν ότι είναι ήδη λαός, δηλαδή εντός του υπάρχει μια τέτοια ομοιογένεια η οποία μπορεί να αποδοθεί μέσω δυο-τριών λέξεων. Αν και ορισμένοι, βέβαια, τα βλέπουν κριτικά αυτά τα στερεότυπα, πολλοί κι απ’ τους ‘λαούς’ που τους αφορούν, τα αποδέχονται, καθώς συνοψίζουν – σαν ένα διασκεδαστικό κατάλοιπο του φυλετισμού του 19ου αιώνα – κάποια από τα κυρίαρχα θετικά ή αρνητικά ενός λαού.

Έτσι, η μέινστριμ άποψη στην γερμανία δεν βλέπει κάτι το αρνητικό γύρω από το στερεότυπο που τους απευθύνεται γύρω από την εργατικότητα, μιας και η τελευταία, συναρθρωμένη σε ένα πλαίσιο εθνικό-κρατικό, αλλά και εγκληματικό, απέδωσε έργα σπουδαία για τον λεγόμενο ανθρώπινο πολιτισμό, από τις αουτομπάν μέχρι το Άουσβιτς. Η εργατικότητα, μαζί της ίσως και η οργανωτικότητα ή η ‘οργάνωση’, χρίστηκε δηλαδή σύμφυτη με την εθνική συνείδηση και αυτά που κρύβει μέσα της σαν έννοια, μια εξύμνηση της εργαλειακής ορθολογικότητας ως στόχου που θα επιτευχθεί με ορισμένη σειρά μέσων, ενσωματώθηκε σε κάθε τι που εν τέλει πήρε την ταμπέλα του ‘γερμανικού’. Οι έλληνες πάλι διαφύλαξαν τα όσα στερεότυπα τους αποδόθηκαν σχετικά με την νότια ευρωπαϊκή τους θέση. Όντας κοντά στη Μεσόγειο τσίμπησαν λίγα από αυτά που απευθύνονταν σε καιρούς αποικιοκρατίας στα κράτη που περιβάλλουν τη Μεσόγειο (Ιταλία, Αίγυπτος κτλ) και έχουν να κάνουν με την τεμπελιά, τους αργούς ρυθμούς, την απόλαυση της καθημερινότητας της ζωής κτλ. Κατά την τελευταία τετραετία περίπου, όπου η ελλάδα προσέφυγε στο ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς οικονομικής της διάσωσης από την χρεωκοπία, με τις αντιδράσεις γύρω απ’ αυτούς τους μηχανισμούς να είναι εθνικά καναλιζαρισμένες, ήταν αναμενόμενο πως τα στερεότυπα αυτά θα ξανανιώσουν και ατάκες του στυλ “η φτώχεια θέλει καλοπέραση” να παρελάσουν μπροστά μας με έναν τόνο εθνικής περηφάνιας, μιας και παρά την μειωτική πια σύνδεση της ελλάδας με την φτώχεια, μετά από πολλά ποοοοοολλά χρόνια, το κρίσιμο ήταν να μην φτωχύνουν οι έλληνες σε επίπεδο ταυτότητας. Να μην χάσουν δηλαδή την ζωντάνια τους, το ‘έξω καρδιά’, το φιλότιμο, το σκέρτσο, το μεσογειακό ταπεραμέντο κι άλλα τέτοια εδώδιμα και αποικιακά. Η διαφύλαξη αυτών των ταυτολογικών και αυτο-επιβεβαιωτικών γνωμικών, που δεν αποτελούν παρά μικρούς-μικρούς κρίκους της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, ήταν εξάλλου κάποια από τα στοιχεία που δεν επρόκειτο ποτέ να αφήσουν τους … γκιαούρηδες του άλλοτε να σκεφτούν να γίνουν κάτι άλλο από το γνωστό ελληναριό του σήμερα.

Το γέλιο, η καλοπέραση και η καλή διάθεση βρίσκονται πάντως στην πρέπουσα θέση στην ελληνική συνείδηση, λειτουργώντας ως ασφαλή καταφύγια αλλά και, διαλεκτικά, εκτονωτικές βαλβίδες ασφαλείας για το αναμενόμενο άλλο μισό του στερεοτυπικού αυτο-χαρακτηρισμού των ελλήνων: την μικροαστική γκρίνια και τσατίλα τους, τις άναρθρες φωνές και τις κατάρες συνήθως κατά των κουτό-φραγκων, ένα συνήθειο που λογοτεχνικά μόνο έχει αποτυπωθεί τουλάχιστον από τα χρόνια του Σουρή και έπειτα (δηλαδή το τέλος του 19ου αιώνα), αλλά και την καταστατική θέση του αισθήματος αδικίας και μελαγχολίας που συνοδεύει τους κατοίκους του νοτιοβαλκανικού αυτού κρατιδίου.

Πάντως, το πρόβλημα τόσο με το γέλιο όσο και την οργή και την μελαγχόλια των ελλήνων είναι ότι με την περιγραφή τους και την απόδοση χαρακτηριστικών σε αυτά, έχουν κατασκευαστεί παράλληλα ως μοναδικά χαρακτηριστικά ενός ‘λαού’ που θέλει να μοιράζεται κάποια χαρακτηριστικά. Αυτή είναι η μαγική λειτουργία της άρρητης-αόρατης θέσμισης, μιας και ποτέ απ’ όσο γνωρίζω δεν βρέθηκε κάποια εθνο-συνέλευση των ελλήνων για να πάρει αποφάσεις πάνω στο τι θα προκαλεί αντικείμενο γέλιου, τι αντικείμενο χλευασμού κτλ. Βέβαια, επειδή τα γούστα μπορεί να ποικίλλουν και οι υποκειμενικότητες τόσο άδειες και χαμένες, η εθνική συνείδηση φροντίζει για την εκπλήρωση των απαραίτητων κενών.

“Δεν γελάμε με τα ξένα αστεία, όπως δεν κλαίμε σε μια ξένη κηδεία, καθ’ ότι χρειάζεται μια λανθάνουσα συνενοχή για να γελάσουμε εις βάρος κάποιου, ενώ το γέλιο κόβεται μαχαίρι όταν μας αφορά, όταν εμείς γινόμαστε το αντικείμενο γέλωτος των άλλων, οι καταγέλαστοι και αποσυνάγωγοι της κοινότητας.” Η γενική ευθυμία ταυτίζεται με μια προεξοφλημένη ομοψυχία, “ωσάν το θυμικό του καθενός να ανακάλυψε ένα βαθύτερο ρεύμα ζωής όπου, αναβαπτιζόμενο, κοινωνεί με ένα συλλογικό αυτεξούσιο”. Τούτο το συλλογικό αυτεξούσιο στην ελλάδα που περιγράφει ο Κωστής Παπαγιώργης κι αυτή η προεξοφλημένη ομοψυχία που περιγράφει η Λίζυ Τσοιριμώκου δεν είναι παρά συναισθηματικές κοινότητες σμιλεμένες με το σπαθί του ελληνικού στρατού και τον σταυρό της χριστιανορθόδοξης εκκλησίας, τους πρωτεργάτες δηλαδή του ελληνικού εθνικού κράτους. Κι αυτό στο γέλιο αντανακλάται πολλαπλά, όπως θα δούμε και στην συνέχεια. Το με τι γελάει μια κοινωνία είναι ενδεικτικό των σκέψεων της και των “αληθειών” που τρέφει μέσα της, αλλά επίσης ενδεικτικό ότι (θέλει να) παρουσιάζεται ως συμπαγής κοινωνία.

Η ελληνική αριστερά δεν είναι πολύ διαφορετική, έως και καθόλου, στο γέλιο της και όλα τα υπόλοιπα σε σχέση με την μεγάλη δεξαμενή από την οποία προέρχεται, την ελληνική κοινωνία. Τελευταία φορά που μπήκα σε επαρχιακό στέκι αριστερών και αντιεξουσιαστών, μια παρέα απ’ αυτούς επιδιδόταν σε αντι-αλβανικά και αντι-τσιγγάνικα ανέκδοτα (μπροστά σε έναν Αλβανό “σύντροφο” τους φυσικά) ενώ υποτιμητικά ανέκδοτα για γυναίκες και gay είναι εδώ και καιρό πρώτα στη λίστα προτίμησης. Αδυνατώντας αυτή η αριστερά να φτιάξει μια δικιά της κουλτούρα, αντίθετη σε αυτήν της πλειοψηφίας, βούτηξε φυσικά με όρεξη σε ό,τι της παραδόθηκε και ό,τι είχε επινοήσει η ίδια πιο πριν. Η ομοψυχία της ελληνικής αριστεράς φαίνεται στο ότι κι αυτή, όπως κι ο υπόλοιπος βούρκος, εμβαπτίζεται τακτικά στην κολυμπήθρα της μελαγχολίας (απλά πέρα από την μικρά ασία, την κύπρο και τις άλλες ‘εθνικές καταστροφές’, εκείνη προσμετρά και τον εμφύλιο) και της σοβαροφάνειας (ε, για ταξικό πόλεμο μιλάμε σύντροφοι!), πασπαλισμένης εν όψει κρίσης με καταστροφολογικά σενάρια, αγχωτικά για τον καλό λαό (προσοχή! Τα παιδιά σας θα γίνουν μετανάστες! Ή, στην καλύτερη, θα κινεζοποιηθούν!). Οτιδήποτε ιστορικά ξέφυγε από κομματικές κεντρικές επιτροπές και γραφειοκρατικά πολιτικά συμβούλια, φαίνεται να ήταν μια ευχάριστη ανάσα ελευθερίας. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ξανά μέσω φωτογραφιών που έφτασαν στο σήμερα το πλακάτ μιας γυναίκας που συμμετείχε σε μια αυτόνομη πορεία γυναικών την δεκαετία του ’80 (ή πορεία αυτόνομων φεμινιστριών) που έγραφε: “για να μην μας κάνουν ψι-ψιτ στους δρόμους, γυναίκες και γάτες κοινούς αγώνες!”. Το γυναικείο κίνημα μας έμαθε ότι αυτή η τυπική αριστερή σοβαροφάνεια είναι αλληλένδετη με την ανδρική συγκρότηση του υποκειμένου και μας έδωσε μια γεύση για το πως θα συνθηματολογούσε ένα κίνημα που δεν θα είχε τέτοια υποκείμενα στο τιμόνι του, μην κολλώντας στο να επιστρατεύσει δηλαδή το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό – ο οποίος κάπου, κάποτε θεωρούταν η πεμπτουσία του χιούμορ – σε κινηματικές χρήσεις. Γι’ αυτό και θα προσυπογράψω το πως άρχιζε το editorial ενός περασμένου τεύχους του περιοδικού “antifa – πόλεμος ενάντια στον φόβο” (τεύχος 40, 27/02/2014):

“Η αίσθηση του αυτοσαρκασμού: ιδού το μέγα έλλειμμα του ελληνικού αντιφασιστικού κινήματος του εικοστού πρώτου αιώνα. Εδώ, αντί για τον σωτήριο αυτοσαρκασμό, βρίσκουμε πόζα αντρική, ύφος ασήκωτο και θανάσιμη σοβαρότητα να στέκουν εμπόδιο στην αποκάλυψη του γελοίου των πραγμάτων και καμιά φορά και της αλήθειας. Πολύ κρίμα. Γιατί ενίοτε η υποτίμηση της αφεντιάς σου (ή ακόμη καλύτερα η ρεαλιστική αποτίμηση της αφεντιάς σου) μπορεί να αποδειχθεί έως και πολιτικά χρήσιμη.”

Για μας τώρα, πάλι το γυναικείο κίνημα είναι αυτό που ανακάλυψε ότι δεν μπορεί να χαλαρώσει μέσα σε μια τέτοια ελληνο-κουλτούρα και αυτό είναι ένα πολύ αρχικό συμπέρασμα που ανακαλύπτουν και οι ανθέλληνες που ακόμα έχουν την αντοχή να μείνουν εντός ελλάδας. Θυμάμαι πόσο στραπατσαρισμένος ένιωθα όταν άκουγα αριστερά ελληνικά αστεία και δεν μπορούσα να γελούσα γιατί αυτή η συνενοχή που περιγράφει ο Παπαγιώργης στα γελαστά ζώα γινόταν πια συνενοχή με την πιο κυριολεκτική σημασία της λέξης σε εγκλήματα ρατστικά και αντισημιτικά ή σε φθόνο για τους gay. Μήπως αυτά τα ηλίθια αστεία, άλλωστε, δεν παίζαν τον δικό τους ρόλο στην αλυσίδα της εξόντωσης ή του κυνηγιού και της επιβεβλημένης σιωπής πάνω σ’ αυτά?

Ήταν την δεκαετία του ’90, όταν γίνονταν 300.000 απελάσεις τον χρόνο κυρίως εις βάρος Αλβανών και δολοφονίες για ένα κλεμμένο καρπούζι που ο Ζουγανέλης και οι ΑΜΑΝ έβγαζαν τα αηδιαστικά τους αντι-αλβανικά σκετσάκια, τα οποία θύμισε η συνέλευση του antifa negative στην τελευταία της εκδήλωση τον Ιούνη του 2013. Η ελληνική κοινωνία γελούσε με την κατωτερότητα του Άλλου, η υποτίμηση της αξίας του οποίου είχε περάσει στη γλώσσα μέσω της αθρόα χρησιμοποιούμενης λέξης “λαθρομετανάστης”, ενώ εκπαιδευόταν απ’ αυτά τα σκετσάκια να αναγνωρίζει τον Αλβανό μετανάστη από τα ρούχα του και την σπαστή προφορά των ελληνικών. Παράλληλα, η Μαλβίνα Κάραλη και ο Πέτρος Κωστόπουλος, ο Ανδρέας Ρουμελιώτης και ο Θέμος Αναστασιάδης εκπαίδευαν τον όχλο στο αντι-φεμινιστικό χιούμορ μέσα από στήλες περιοδικών λάιφσταιλ, καθημερινών εφημερίδων και εβδομαδιαίων τηλεοπτικών εκπομπών.

Ήταν αργότερα στη δεκαετία του 2000 που η ίδια κοινωνία κόχλαζε την μικροαστική της γκρίνια [και η αριστερά πλάσαρε μέχρι και τα αιτήματα της για απελευθέρωση κρατουμένων (!)] μέσα από την εκπομπή ενός τύπου όπως ο Λαζόπουλος ο οποίος είχε ονομάσει την εκπομπή του Αλ-Τσαντίρι Νιουζ, ήταν ντυμένος σαν τσιγγάνος και μιλούσε τα ελληνικά με … τσιγγάνικο (;) τρόπο, προκαλώντας μαζικό, μη-κονσερβοποιημένο, γέλιο στη χώρα που οι τσιγγάνοι ζουν ίσως στις παγκοσμίως χειρότερες συνθήκες σε σύγκριση με άλλες χώρες.

Ήταν στην ίδια περίοδο που οι σκιτσογράφοι-γελοιογράφοι της Ελευθεροτυπίας και άλλων (κεντρο)αριστερών εφημερίδων εκπαίδευαν τον λαό σε ακραία αντισημιτικά αστεία, πάνω στο Ολοκαύτωμα και τις μεσαιωνικές αντι-εβραϊκές συκοφαντίες αίματος, στην χώρα που δεν συζήτησε ποτέ δημόσια το ζήτημα των ελλήνων που κάρφωσαν Εβραίους στους ναζί και δεν απέδωσε ποτέ πίσω τις κλεμμένες περιουσίες τους.

kir   index

1   greekcartoon1-thumb

image1     images

Και ήταν πιο πρόσφατα που η ίδια κοινωνία εκπαιδευόταν από τον Τζίμη Πανούση στο πόσο πλάκα έχει ο βιασμός και η κακομεταχείριση γυναικών στη χώρα των σκοτεινών αριθμών της ενδο-οικογενειακής βίας αλλά επίσης και στο βοθρολόγιο του στυλ: “Εβραίοι – γουρούνια – δολοφόνοι” (κι εδώ χωρίς ήχο) ή χασκογελούσε με αστεία με Εβραίους και σαπούνια από την εκπομπή των κουκουέδων της Ελληνοφρένειας [16-01-2009] ή αγανακτούσε όταν οι Αρμένιοι της ελλάδας διαμαρτύρονταν για τα αστεία με την αρμένικη γενοκτονία που έκανε ο Πιτσιρίκος.

clip_image2

Σχεδόν όλα τα παραπάνω παραδείγματα ‘κωμικών’ προέρχονται από την αριστερά. Το γεγονός ότι η ανάπτυξη της ιδιωτικής τηλεόρασης συνέπεσε χρονικά με την εθνική συμφιλίωση της μεταπολίτευσης έδωσε την ώθηση οι αριστεροί να πάρουν ένα μεγάλο κομμάτι από αυτή την πίτα, το οποίο φρόντισαν όμως να αξιοποιήσουν με μοναδικές στιγμές ξεφαντώματος σαν τις παραπάνω, δείχνοντας βέβαια και την αξία και το υπόβαθρο της τότε ελληνικής αριστεράς, δείχνοντας και το τι θα έπρεπε να αναμένει κανείς από την μέλλουσα ελληνική αριστερά. Οι άμυνες σε κάθε διαμαρτυρία για αυτού του είδους τα αστεία, αν μπει στον κόπο να ψάξει καμιά/κανείς, είναι γνωστές και ταυτόσημες από τον ΚΥΡ και τον Δημήτρη Χατζόπουλο μέχρι τον Τσαγκαρουσιάνο και τον Λαζόπουλο: “η σάτιρα δεν έχει όρια”, “μην είστε υπερβολικοί”, “μην τα παίρνετε τις μετρητοίς”, “γελάστε λίγο μην είστε τόσο σοβαροί/ σοβαροφανείς (και φασίστες!)”, καθώς και το πιο γονιδιακό “γεννηθήκαμε στη χώρα του Αριστοφάνη”. Σε κανέναν βέβαια δεν φαίνεται περίεργο ότι το χιούμορ αυτό στο σύνολό του απευθύνεται είτε σε ήδη υποτιμημένες μειονότητες και θέματα κομματιών του πληθυσμού που οι έλληνες τα έχουν ούτως ή άλλως χεσμένα, είτε φυσικά σε ταυτότητες υποκειμένων που δέχονται ούτως ή άλλως εξευτελισμούς για τις ταυτότητες τους αυτές.

Κι από την άλλη, όταν όλοι οι παραπάνω ‘αστείοι’ σερβίρουν ανέκδοτα και αστεία για τους έλληνες αυτά έχουν ένα μέτρο που σχεδόν ποτέ δεν παραβιάζεται, θα αφήνουν συνήθως κάποια σπόντα για τους έλληνες ότι είναι … ραγιάδες ή ότι τρώνε τα παραμύθια των ελλήνων πολιτικών ή κάτι αντίστοιχο μικροαστικο-γκρινιάρικο. Δηλαδή οι σπόντες και τα αστεία θα αφορούν και θα πέφτουν μέσα σε αυτό το τεράστιο περιθώριο νόμιμης και επιτρεπτής αυτοκριτικής του στυλ ‘αγανάκτηση-για-μια-ημέρα’, το οποίο φύσει οδηγεί στο να ξεχνιέται την επόμενη μέρα και συνήθως πολιτικό του υπόβαθρο αποτελεί το ψευτο-φιλελεύθερο (που νομίζει ότι είναι αριστερό) ‘αχ-γιατί-να-μην-είχαμε-κι-εμείς-σοβαρό-κράτος’ ή το ‘ε-ρε-μπανανία-που-γίναμε’, τη σοβαρή βερζιόν του οποίου μπορεί να την απολαύσει καμιά/κανείς βέβαια και στις στήλες της Καθημερινής. Πότε ένας από τους παραπάνω ‘αστείους’ δεν θα αφιερωθεί σε ένα συστηματικό ξεχαρβάλωμα της γελοιότητας της ελληνικής εκκλησίας, ποτέ δεν θα αμφισβητήσει κανείς συστηματικά τα τραγελαφικά περιγραφόμενα όρια της εθνικής ταυτότητας των ελλήνων ή της καταγωγής τους, ποτέ κανείς δεν θα επιχειρήσει να καταστρέψει με το χιούμορ του τις αυταπάτες που συνοδεύουν όλα τα κόμματα και τους αντιπροσώπους της ελληνικής πολιτικής σκηνής κ.ο.κ. Πάντα στο στόχο της σάτιρας αυτής θα μπαίνει ένας … ακραίος τύπος έλληνα, ο ελληναράς!, ή ένας ακραίος τύπος παπά ή πολιτικού “κλέφτη” (sic). Έτσι, σώνεται η πλειοψηφία, η οποία θεωρείται καλή. Έτσι, το χιούμορ τους όχι μόνο δεν είναι επικίνδυνο, αλλά είναι και κομφορμιστικό, παίζει τον ρόλο της βαλβίδας ασφαλείας της οργής του … άτυχου ραγιά του οποίου το κράτος δεν έγινε γερμανία και τώρα αγανακτεί ο δύσμοιρος.

Έτσι, δυσκολεύονται όλοι αυτοί που σερβίρουν τέτοια αστεία να πουν την μόνη αλήθεια: γελάνε με την κατωτερότητα των όποιων Άλλων, γιατί ακριβώς εντάσσουν τον εαυτό τους στην ταυτότητα των πλειοψηφικών, των ανώτερων και, γενικά, αυτών που έχουν δικαίωμα, προνόμιο, πρόσβαση και άνεση να βγάλουν ανέκδοτα για τους Άλλους. Εξάλλου, για ποιον άλλο λόγο να μην έχουμε ακούσει τόσα χρόνια ένα αλβανικό ανέκδοτο για τους έλληνες στο ράδιο ή την τηλεόραση; Για ποιον άλλο λόγο να μην έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε εβραϊκά ανέκδοτα; Όπως θα καταλάβατε ήδη οι περισσότερες/οι, επέλεξα να ασχοληθώ μόνο με ένα μερικό κομμάτι της ελληνικής αστειοσύνης, το δημόσια εκφρασμένο μέσα από τα ΜΜΕ, το οποίο αντανακλά όμως υπέροχα το επίπεδο των αστείων του απλού λαϊκού καθημερινού βόθρου της κοινωνίας των ελλήνων (π.χ. θυμάμαι που βγάζανε ρατσιστικά ανέκδοτα για τους 300 απεργούς πείνας στη νομική πριν κάποια χρόνια). Το να δείχνεις το δημόσια εκφρασμένο έχει το προτέρημα του να αναδεικνύεις τι είναι νόμιμο ηθικά να αρθρωθεί στον δημόσιο λόγο της χώρας και άρα να καταλαβαίνεις την ποιότητα. Παραδέχομαι, όμως, από την άλλη, ότι η αυθεντική ποιότητα μπορεί να ανιχνευτεί μόνο σε μια ελληνοπαρέα σε ένα καφέ, σε ένα ουζερί, στις πιάτσες ταξί, στο στρατό και άλλα τέτοια μέρη που συχνάζουν οι έλληνες, αλλά για λόγους προστασίας δικιάς μου και των αναγνωστριών/ών θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για το τι βγάζουμε δειγματοληπτικά από την κατσαρόλα με τα διάφορα σκατά του όχλου.

Συνοψίζοντας, το μόνο που μπορεί να προσέξει κανείς σε σχέση με το ελληνικό χιούμορ (ελ.χιου.) είναι ότι ΟΛΑ σχεδόν τα αστεία και τα ανέκδοτα έχουν 2 κυρίαρχα συστατικά. Το ένα είναι ότι οι έλληνες γελάνε καλύτερα όταν γελάνε σε βάρος του Άλλου, του Διαφορετικού. Εκεί δεν υπάρχουν όρια… από βιασμούς μέχρι δολοφονία, όλα γίνονται ανέκδοτα για ξεκαρδιστικά, πηγαία και ενστικτώδη γέλια.

Το δεύτερο είναι ότι και στα ανέκδοτα είναι πάντα οι έλληνες που είναι οι έξυπνοι, οι πονηροί, οι μάγκες κτλ. ‘Όλα τα παραπάνω είναι δείγματα του κόμπλεξ κατωτερότητας τους αλλά και της κτηνωδίας τους, μιας και ούτε κι ο διαφωτισμός τους άγγιξε (δεν είχαν χρόνο τότε για τέτοια θέματα, ασχολούνταν με την εξόντωση των τούρκων και των εβραίων).

Αλλά κι όταν τα ανέκδοτα τους δεν φτάνουν ή τους τελειώνουν οι ιδέες, κλέβουν από άλλες χώρες προσαρμόζοντας τα στις ανάγκες τους. Αυτό δεν είναι βέβαια ιδιαίτερο φαινόμενο των γραικών, το ιδιαίτερο είναι απλά ότι κλέβουν ό,τι το χειρότερο υπάρχει και στις άλλες χώρες.

Τέτοια έχουμε, θα πει κανείς/καμιά, αν μιλάμε για έλληνες και λαό. Ε, τι δεν θα έχει ο λαός το χιούμορ του; Και θα ‘χει δίκιο. Μια κοινωνία που αυτοπροσδιορίζεται εθνολαϊκά, θα βουτάει και θα τσιμπάει όποιο αστείο της έρθει. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν όσοι μας λένε ‘φασίστες’ επειδή δεν γουστάρουμε τα αστεία τους ή αυτοί που κάθε τρία αστεία πετάνε κι ένα ρατσιστικό, για να ισορροπήσουν, είναι ότι δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Σε περιόδους οξύτερης πολιτικής συνειδητοποίησης, οι εναντιωνόμενοι στο μέινστριμ χιούμορ, υιοθετούσαν το δικό τους. Το γαμημένο χιούμορ ήταν κι αυτό διχασμένο. Ένα αστείο μπορούσε να σε πάει στην Ασφάλεια και να σου κάνει και μετά-θάνατον φάκελο.

«Μεγάλη ενόχληση προκλήθηκε στους κυβερνητικούς κύκλους από την ανακοίνωση του Ριζοσπάστη, η οποία κάπως κατάφερε να περάσει τη λογοκρισία, ότι ο κ. Ρεπούλης είχε συγκροτήσει μπολσεβίκικο κόμμα. Όταν η αστυνομία κατέφθασε για να συλλάβει τον εκδότη της εφημερίδας, εκείνος ψύχραιμος τους υπέδειξε το ημερολόγιο, το οποίο έδειχνε 1η Απριλίου (σ.σ. ‘πρωταπριλιά’)».

prwtaprilia

Μιλάμε για μια εποχή (1919), βέβαια, που μόλις πριν είχε συμβεί η Οκτωβριανή επανάσταση, το ΚΚΕ διέθετε χιούμορ και ο υπουργός εσωτερικών Ρεπούλης όχι, και αγαπημένο έντυπο της ασφάλειας ήταν ο επικίνδυνος Ριζοσπάστης. Σα να λέμε, πολύ παλιά! Επαναστάσεις σήμερα δεν έχουμε για να φοβίζουν το κράτος, ελάχιστοι έχουν χιούμορ που να βγαίνει από πολιτική συνείδηση, η ασφάλεια τριπλο-ελέγχει μόνο τις προκηρύξεις της ΣΠΦ, και η λογοκρισία ισχύει μόνο για τους μετανάστες και όσους δέχονται τα ηλίθια αστεία των ελλήνων.

 

Stepanyan TSP, 01/04/2014

This entry was posted in new stuff and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Σκέψου αρνητικά και μη γελάς με ηλίθια αστεία

  1. Caroline says:

    Συμφωνα με μοντερνες θεωρησεις του χιουμορ (incongruity theory), η αστειοτητα πηγαζει απο το γεγονος οτι κατι αντιτιθεται σε αυτο που περιμενει καποιος με βαση τους θεσμους της κοινωνιας οπου ζει (και λειτουργει ως μεσο επιβολης, επαναεδραιωποιησης αυτων των θεσμων). Αυτο εξηγει οχι μονο πως λειτουργει το κακο, καταπιεστικο προς Αλλους χιουμορ, αλλα και ουδετερο χιουμορ — πχ αν δεις μια παντοφλα στο ψυγειο σου η ενα κουνελακι που φοραει μια τηγανιτα για καπελο, θα γελασεις επειδη δεν το περιμενες.

    Σε αυτο το πλαισιο, το χιουμορ κατα των γκεη και τσιγγανων και γυναικων λειτουργει επειδη οντως ο Ελληνας τους βλεπει ως πολυ περιεργους, οποτε οταν κανουν τα “δικα τους”, το μυαλο του εντοπιζει αυτη τη διαφορα μεταξυ του τι βλεπει και του πως θα επρεπε να φερεται κανεις κατα τα δικα του μετρα και σταθμα, και ξεκαρδιζεται στα γελια. Αυτο δε σημαινει οτι το χιουμορακι ειναι ηθικο, αφου ο μονος λογος που δουλευει ειναι οτι ο Ελληνας βλεπει οποιονδηποτε διαφορετικο ως ακυρο. Βεβαια υπαρχουν και περιπτωσεις που το χιουμορ εστιαζει και σε αλλες, πιο ουδετερες ασυνεπειες για να βγαλει γελιο ενω παραλληλα σατυριζει τους Αλλους, οποτε εκει περα μπαινουμε σε συζητησεις περι της αξιας του ανεκδοτου, και ” μα γιατι δεν μπορεις να αγνοησεις το οτι δεν ειναι πολιτικαλι κορρεκτ, αφου ειναι αστειο!!”

    Οι σχετικες θεωριες λενε επισης οτι καποιος γελαει μονο οταν το χιουμορ δεν το βλεπει ως απειλη για αυτον. Αυτο εξηγει γιατι οι Ελληνες δεν αρεσκονται σε πολυ σατυρα των εαυτων τους – απο καποιο σημειο και μετα, η αισθηση ανασφαλειας ξεπερναει την όποια απόλαυση παιρνει κανεις απο την αξία του αστειου..

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *