«Για τα πιστά μας μουλάρια!»

«Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Αλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…»[i].

Οι λέξεις Leontopodium Alpinum δηλώνουν την επίσημη ονομασία του λουλουδιού που φυτρώνει στις ορεινές περιοχές της Βόρειας Ευρώπης και είναι γνωστό ως έντελβαϊς. Η ετυμολογία της λέξης στα γερμανικά (edel = ευγενής και weiss = λευκός) δεν είναι δύσκολο να κινήσει τη φαντασία κάποιου για το πώς συνδέθηκε αυτό το λουλούδι με τα σύμβολα του αυστριακού και του γερμανικού στρατού. Το διακριτικό έντελβαϊς αποτελεί από τη ναζιστική περίοδο μέχρι και σήμερα το σύμβολο του «άριστου γερμανικού στρατιωτικού ήθους τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου»[ii].

Οι εντολές που έλαβε η πρώτη ορεινή μεραρχία του γερμανικού στρατού (αλλιώς γνωστή ως «μεραρχία Έντελβαϊς») να μην αφήσει τίποτα όρθιο στο χωριό Κομμένο Άρτας, καθώς το χωριό ήταν αποδεδειγμένα φιλικό προς τους αντάρτες, και η επακόλουθη δολοφονία 317 ατόμων, μεταξύ των οποίων 97 νηπίων και 113 γυναικών, απέδειξε για ακόμη μία φορά τις σωστές ποσότητες ορθολογικότητας που χαρακτήριζε το γερμανικό ήθος της εποχής. Σε αντίθεση με αυτό το σίγουρο ποντάρισμα στον ορθολογισμό, οι κάτοικοι του Κομμένου την προηγούμενη μέρα της σφαγής, 15 Αυγούστου 1943, στηρίχτηκαν σε μια αβέβαιη επίκληση στην προστασία της Παναγίας, μέγιστη ειρωνεία της οποίας υπήρξε η αδιαφορία της Θεοτόκου απέναντι στα παραγεμισμένα με βαμβάκι και βενζίνη μωρά του χωριού. Η μεραρχία Έντελβαϊς αναγνωρισμένη για τα κατορθώματά της στο ανατολικό μέτωπο ζούσε τις ήσυχες διακοπές της στην Ελλάδα. Το έργο της, πέραν του Κομμένου Άρτας, θεάρεστο: εκτόπιση των 2,000 εβραίων των Ιωαννίνων, κάψιμο πολλών χωριών στην Ήπειρο, δολοφονίες ανθρώπων φιλικά προσκείμενων στους αντάρτες. Κι όλα αυτά – το ξαναλέω – μόνο στις διακοπές. Είχαν, μόλις, γυρίσει για ξεκούραση στην Ελλάδα μετά το ρωσικό μέτωπο. Οι προσωπικότητες που τη στελέχωναν ξεχωριστές και οι διοικητές της έμπειροι. Είναι γνωστό στην ιστορία πλέον το παράδειγμα του μέλους της Έντελβαϊς που κάθε τόσο στα Γιάννενα διάλεγε ένα σκύλο για να τον ταΐζει, να τον φροντίζει, να παίζει μαζί του μέχρι που ο σκύλος και το αφεντικό του θα συνήθιζαν ο ένας τον άλλο. Έπειτα, θα τον σκότωνε. Και θα έπαιρνε έναν άλλο σκύλο[iii]. Μια πιθανή ερμηνεία για το διασκεδαστικό αυτό γερμανικό συνήθειο θα μπορούσε να λέει ότι ο εν λόγω γερμανός εφάρμοζε ένα μαζοχιστικό παιχνίδι για το πώς να τεστάρει το αίσθημα της απώλειας απέναντι στα αγαπημένα του σκυλιά. Μια άλλη ερμηνεία θα μπορούσε να λέει πως το σκότωμα των σκύλων δεν ήταν μαζοχιστικό, ήταν απλώς σαδιστικό, ένα παιχνίδι για το πώς να τεστάρει την προετοιμασία σκοτώματος ανθρώπων. Αν πάρουμε αυτή την ερμηνεία, οι Γιαννιώτες που έβλεπαν και λυπόνταν τα σκυλιά να σκοτώνονται με μια σφαίρα στο κεφάλι, αντιλαμβάνονταν έτσι τι ήταν ικανός να κάνει ο Γερμανός, μέσα σε μια σειρά πράξεων, των οποίων η πρώτη ήταν το φιλικό χάϊδεμα του σκύλου και τελευταία η δολοφονία του.

Μέχρι εδώ τίποτα πρωτότυπο θα πει κανείς. Η γνωστή γερμανική αγάπη για τη φύση με ολίγην μεταφυσική επένδυση και, παράλληλα, η γνωστή ισοπέδωση κάθε ζωντανού οργανισμού μπροστά στη ναζιστική μηχανή θανάτου. Γιατί είναι γνωστό, εξάλλου, ότι αυτό που λέμε φύση είναι άλλο πράγμα ως ουσιοκρατία, ως αφηρημένη ουσία δηλαδή πάνω στην οποία επενδύονται σημασίες, κι άλλο στις συγκεκριμένες της απτές πραγματικότητες. Παρακάτω γίνεται πιο πολύπλοκο.

Ο Heinrich Himmler, «ο οποίος χρησιμοποίησε ολόκληρο το μηχανισμό των SS σε μια κολοσσιαία επιχείρηση συστηματικής εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων, […] είπε τον Ιούνιο του 1942, στο αποκορύφωμα των ναζιστικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, “Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα το ιδιαίτερο”. Κατά ειρωνικό τρόπο, η ψυχρή εκ μέρους του απόρριψη του ουμανισμού βρήκε το θερμό της αντίστοιχο στην παθιασμένη του αγάπη για τη ζωή των ζώων. Έτσι, ο Χίμλερ παραπονιόταν σε έναν κυνηγό, κάποιον Φέλιξ Κέρστεν: “Πως μπορείτε να βρίσκετε ευχαρίστηση κύριε Κέρστεν, πυροβολώντας κρυμμένος δύστυχα πλάσματα που βόσκουν στην άκρη του δάσους αθώα, ανυπεράσπιστα και ανυποψίαστα; Είναι καθαρή δολοφονία. Η φύση είναι τόσο εκπληκτικά όμορφη και κάθε ζώο έχει δικαίωμα να ζήσει”»[iv].

Αυτή η ευαίσθητη διερώτηση του Himmler αποκαλύπτει το περίπλοκο και το οξύμωρο αυτής της ευαισθησίας για τα ζώα και τον κατατάσσει ανάμεσα στους πατέρες του κινήματος των δικαιωμάτων των ζώων. Όχι μόνο όσοι έφεραν το έντελβαϊς στο πέτο αλλά γενικότερα οι ναζί ήταν γνωστοί για τη φιλοζωία τους, τη χορτοφαγία τους και τις οικολογικές τους ευαισθησίες. Πρωταθλητές στο σπορ της ανακύκλωσης, πρώτοι στην κατασκευή οικολογικών αυτοκινητόδρομων και αυστηρότατοι στους νόμους τους (τους σκληρότερους τέτοιους νόμους της Ευρώπης και του κόσμου) για την τιμωρία αυτών που βασάνιζαν ή σκότωναν ζώα στο Ράιχ[v]. Μέχρι και σήμερα η ευαισθησία τους αυτή δεν κρύβεται. Στο Λονδίνο, αν και δεν υπάρχει κανένα μνημείο για γερμανικές προσωπικότητες, πόσο μάλλον για Γερμανούς διπλωμάτες, υπάρχει παρόλα αυτά το μνημείο ενός γερμανικού σκύλου ενός ναζί διπλωμάτη – ένα μνημείο του οποίου η γερμανική πρεσβεία στην Αγγλία, όντας περήφανη για αυτό, διατηρεί φωτογραφίες στην επίσημη ιστοσελίδα της[vi].

Ό,τι απέμεινε από 130 χρόνια γερμανικής διπλωματίας στο Λονδίνο: ο τάφος του Giro, του αλσατικού σκύλου του γερμανού πρέσβη Leopold Von Hoesch.

Μη νομίζει κανείς ότι αυτά ήταν λεπτομέρειες της ναζιστικής ιδεολογίας. Ήταν, αντιθέτως, χαρακτηριστικά της δωδεκαετούς βασιλείας του τρίτου ράϊχ που έμειναν άθικτα εν πολλοίς μέχρι σήμερα. Το 1998, για παράδειγμα, μερικοί νεοναζί ζωγράφισαν πάνω στην πλάτη ενός γουρουνιού το αστέρι του Δαυίδ και έγραψαν το όνομα «Ignatz Bubis» (το όνομα του τότε προέδρου της εβραϊκής κοινότητας της γερμανίας) και το αμόλησαν σε μια από τις κεντρικές πλατείες του Βερολίνου, την Alexanderplatz. Η αστυνομία, σε ερώτηση μιας δημοσιογράφου της (εφημερίδας) Süddeutsche Zeitung για την πορεία των ερευνών αυτής της αντισημιτικής πράξης, απάντησε έγγραφα ως εξής: “Το γουρούνι είναι καλά. Ευτυχώς η  μπογιά γράφτηκε μόνο επάνω στην επιφάνεια του δέρματος του ζώου και δεν καυτηρίασε το δέρμα του. Έτσι δεν τραυματίστηκε το ζώο. Μεταφέρθηκε στο καταφύγιο ζώων στο Lankwitz”.  (Απο Süddeutsche Zeitung, 7.12.98, σελιδα 3)»[vii].

Στη γερμανία, οι συνταξιοδοτημένοι πια της μεραρχίας Έντελβαϊς, αφού πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον κόσμο, δηλαδή έβγαλαν ένα μάτι εδώ, έστειλαν έναν εβραίο στο φούρνο εκεί κτλ, έφτιαξαν τα μνημεία τους στη γερμανία για να αναπολεί κανείς το πολύτιμο έργο της μεραρχίας[viii]. Στο Mittenwald σήκωσαν ένα μπρούτζινο άγαλμα μπροστά στο στρατώνα των σημερινών αλπινιστών, γιων και εγγονών των παλιών (για να μην ξεχνιόμαστε) αλπινιστών και το αφιέρωσαν, λένε, στα «πιστά τους μουλάρια».

Πρόκειται για τα αγαπημένα μουλάρια των Γερμανών που τους έβγαλαν ασπροπρόσωπους στα δύσκολα βουνά της Ηπείρου μέσα σε βαρείς χειμώνες όπου το κρύο δεν αντεχόταν ούτε από άνθρωπο. Το μνημείο είναι στην κυριολεξία του για λόγους επιτέλεσης της θύμησης, σαν ένα δώρο-θυσία στη φύση αφού πρώτα κι εκείνη φάνηκε χρήσιμη στα πολεμικά καθήκοντα αυτών που την έκαναν εργαλείο και μέσο για τις δολοφονίες τους. Ζώα και παιδιά, στην κατώτερη κλίμακα των θυμάτων που μπορούν να αντισταθούν μάλλον λόγω όγκου, δύναμης και ηλικίας, κερδίζουν εύκολα αυτή τη συμπόνια του δολοφόνου τους, καθώς μετριούνται με τα ίδια ποσοτικά κριτήρια.[ix]

Που βασιζόταν η ζωοφιλία των τότε ναζί και των φίλων τους σήμερα; Προφανώς, στην αγάπη που εκδηλώνει ένας τύραννος απέναντι στο ποίμνιό του, το οποίο μπορεί να καθαρίσει ανά πάσα στιγμή και το οποίο τόσο χρειάζεται, κατά τα άλλα, για να συνεχίσει να είναι τύραννος. Καθώς το σκότωμα ανθρώπων ήταν κάπως απο-νομιμοποιημένο και έπρεπε ακόμη και τότε να το δικαιολογείς (ολόκληρος αιώνας διαφωτισμού, φιλοσοφίας και ποίησης, βλέπετε, είχε περάσει και τα μισά από αυτά γράφονταν στα γερμανικά), θα έπρεπε να δοκιμαστεί πρώτα στα ζώα ή καλύτερα στα βλέμματα των ζώων. Άνθρωποι και ζώα τυγχάνει να μοιράζονται το βλέμμα της αποστροφής. Η γερμανική εκπαίδευση στο να μη στρέφει κανείς το κεφάλι του αλλού ενώπιον του βλέμματος του βασανιζόμενου ζώου ήταν το ζητούμενο. Αυτό το τελευταίο σε συνδυασμό με την απωλεσθείσα ανθρώπινη ουσία των εβραίων, της ζωοποίησης τους, καλλιέργησε ιστορικά τον κυνισμό των δραστών ώστε σε πολύ υψηλά ποσοστά από δαύτους να μην αποκτούν ψυχολογικά προβλήματα κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας του ευρωπαϊκού εβραϊσμού. Η ζωική ζωή ήταν αυτό που έπρεπε να ελέγξει η συνείδηση προκειμένου να νομιμοποιηθεί το Ολοκαύτωμα.


Το ολοκαύτωμα του κοτόπουλου

Σήμερα, όπου τα “ολοκαυτώματα” δίνουν και παίρνουν στην κινηματική και γενικότερα ανθρώπινη μνήμη, χάνοντας τη συγκεκριμένη ιστορική-κοινωνική διαδικασία που δημιούργησε τη Shoah, οι animal liberation ή animal rights θεωρητικοί και ακτιβιστές, σα νέοι δολοφόνοι της μνήμης, μπαίνουν και αυτοί στο παιχνίδι για να μιλήσουν για το ολοκαύτωμα του κοτόπουλου, του πρόβατου, της αγελάδας κτλ. Και δεν υποψιάζονται καν πόσο μοιάζουν οι λόγοι τους με λόγους αντιδραστικούς και εχθρικούς στη μνήμη. Δείχνοντας πως δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ ζώου και ανθρώπου, σχετικοποιούν τη Shoah.

Ως βάση της αντιμετώπισης της σχέσης που ονομάζεται spesiecism, αποκαλύπτουν την επιθυμία εξίσωσης της αξίας ανθρώπων και ζώων και, έπειτα, την απάλειψη της διαφοράς μεταξύ ανθρώπινης και ζωικής ζωής. Η χρήση των λέξεων “ολοκαύτωμα”, “γενοκτονία” κτλ εξάλλου εκεί στοχεύει: στη σύγκριση και κατανόηση της εβραϊκής γενοκτονίας με τη λειτουργία της βιομηχανικής εκτροφής και σφαγής ζώων για λόγους κρεοφαγίας.

Ο Steven Best ενώ γράφει πως η ζωοποίηση ανθρώπων αποτελεί πρελούδιο της βίας και της γενοκτονίας, δεν αρκείται σε αυτό. Ακόμη κι αυτή η γνώση που προέκυψε από την ιστορική σειρά γεγονότων της Shoah, θα πρέπει να στραφεί ενάντια στα θύματα της: ο λόγος αυτός προχωρά για να πει ότι κάθε μορφή βίας από άνθρωπο σε άνθρωπο (η πατριαρχία, ο ρατσισμός αλλά και το ίδιο το Ολοκαύτωμα) υπήρξαν ως επεκτάσεις της αντίληψης της ιεραρχίας που πρώτη εφαρμόστηκε κατά τη «βάναυση εξημέρωση ζώων στις απαρχές της αγροτικής κοινωνίας δέκα χιλιάδες χρόνια πριν». Ο James Paterson, συγγραφέας του βιβλίου «Αιώνια Τρεμπλίνκα: η μεταχείριση των ζώων και το Ολοκαύτωμα» μας λέει πως «η εκμετάλλευση των ζώων είναι κεντρική για την κατανόηση της αιτίας και της λύσης για την κρίση που στοιχειώνει την ανθρώπινη κοινότητα και την προβληματική της σχέση με το φυσικό κόσμο».[x] Η ιδεολογία αυτή είναι προφανές ότι αναζητά μια οικουμενική (ουσιοκρατική) ανάλυση για το πώς ξεκίνησαν όλα τα κακά του κόσμου μέσα από την εφαρμογή της … ιεραρχίας απέναντι στα ζώα. Όλα εξηγούνται από αυτό το προπατορικό αμάρτημα, δέκα χιλιάδες χρόνια πριν. Και άρα η μάχη ενάντια στο σπισισμό θα ξεκινούσε τη διαδικασία αντίστροφης μέτρησης για τη μάχη ενάντια στην πατριαρχία, το ρατσισμό, τον κρατισμό και φυσικά θα απέτρεπε… ένα δεύτερο Ολοκαύτωμα. Σε αυτή τη σκέψη είναι συνειδητή η αδιαφορία για τις άλλες σχέσεις εξουσίας οι οποίες σχετικοποιούνται μέσα στο αναλυτικό πλαίσιο που τους αρνείται μια σχετική αυτονομία ύπαρξης. Η, δε, αιτιοκρατική «εξήγηση» και μάλιστα εγγύηση αποτροπής ενός δεύτερου Ολοκαυτώματος είναι ανατριχιαστική. Το σχετικοποιούν και το μειώνουν σε έναν αριθμό – τον αριθμό των 6.000.000 – για να πουν έπειτα πως τα ζώα που σκοτώνονται είναι δισεκατομμύρια κάθε χρόνο. Έτσι στο μυαλό τους αποδεικνύουν πως υπάρχει μια ασυμβατότητα στην πολιτική ατζέντα. Γιατί νοιαστήκαμε τόσο για τους Εβραίους ενώ δεν ενδιαφερόμαστε για το κοτόπουλο; Οι ψυχροί (υπο)λογισμοί των εχθρών του ουμανισμού έχουν αποδώσει τόσο την αιτία όσο και το αποτέλεσμα της κρίσης.

Από κει και πέρα, άλλοι μας πληροφορούν ότι οι εβραίοι στο Ολοκαύτωμα και τα κοτόπουλα στο σφαγείο είναι ένα και το αυτό αφού και τα δύο «είδη» μεταφέρονταν σε καμιόνια για σκότωμα. Ενώ άλλοι, πιο προχωρημένου ακόμη επιπέδου, πλήρεις απανθρωπιάς αλλά όχι ελλειπτικοί κτηνωδίας, μας μεταφέρουν πως για τα κοτόπουλα είναι ακόμη πιο σκληρό το ολοκαύτωμα επειδή αυτά σε αντίθεση με τους εβραίους δεν μπορούν να αντισταθούν.

Δεν έχουν περάσει ακόμη 100 χρόνια από τις κραυγές των εβραίων στους θαλάμους αερίων και λίγο παραδίπλα, στις ειδυλλιακές λίμνες και τα πράσινα βουνά της βόρειας Ευρώπης και οι ακτιβιστές δεν ακούν παρά κελάηδισμα πουλιών και τα παράπονα της φύσης. «Άνθρωπος είναι η ιδεολογία της από-ανθρωποποίησης» έλεγε ο Αντόρνο, θεωρώντας σωστά πως η επίκληση στον άνθρωπο στη Γερμανία και σε ένα μέρος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού σήμανε τη ζωοποίηση των εβραίων, τη συγκρότηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας διά του αποκλεισμού του άλλου της μισού. Ίσως δεν φανταζόταν τότε ότι η απο-ανθρωποποίηση μπορεί να γίνει σλόγκαν.

Masterandservant

Οι animal rights και animal liberation ακτιβιστές, όταν ερωτώνται για τα κίνητρα της δράσης τους, επικαλούνται ως θεμέλιο της αλληλεγγύης τους για τη φύση και τα ζώα την ύπαρξη ηθικής – κι άρα νοητικής – υπόστασης στο ζωικό βασίλειο. Κάπως αντιφατικά, ωστόσο, η ηθική υπόσταση κάποιου ζωικού Εγώ τους εξασφαλίζει περαιτέρω το προνόμιο – ειδικά αυτούς για κάποιο λόγο – να αναπτύσσουν λόγους δικαιωμάτων και να μιλάνε εξ ονόματος των ζώων. Έτσι, από μια φάση αυτο-αναπαράστασης της φύσης που είχαμε συνηθίσει εδώ και αιώνες από πλευράς της επιστήμης και των επίσημων λόγων (πχ η θηλυκότητα είναι φύση, η ετεροφυλοφιλία είναι φύση κοκ), τώρα φαίνεται με αυτό το κίνημα να περνάμε σε μια φάση αντιπροσώπευσης της φύσης (όπου πχ κάποιοι μιλάνε εξ ονόματος του κοτόπουλου και διεκδικούν δικαιώματα για δαύτο) για την αποτροπή της τελικής καταστροφής της … άγριας φύσης.

Υπάρχει μια αντιστοιχία εδώ με τον καλό άνθρωπο Leo, στην ταινία ο «Πλανήτης των Πιθήκων», ο oποίος, αψηφώντας την ανωτερότητα των ανθρώπων έναντι των ζώων και την αναλωσιμότητα των τελευταίων, παρακούει τις εντολές των ανωτέρων του ανθρώπων και με κίνδυνο της ζωής του τρέχει να ξαναβρεί τον χιμπατζή-πείραμα (αλλά και φίλο του), τον ‘Περικλή’. Ο Leo που αρχικά θυσιάζεται για τον Περικλή, αρνείται την καταστατική ανισότητα πιθήκων και ανθρώπων. Καθώς νιώθει τουλάχιστον μια φιλία με αυτόν τον πίθηκο ‘με όνομα’, αισθάνεται ξένος σε σχέση με την ανισότητα.

Φυσικά, στην πραγματικότητα οποιοσδήποτε ανταγωνισμός μεταξύ ζώων και ανθρώπων είναι ένα σφάλμα λογικής μιας και τα ζώα δε φέρουν υποκειμενικότητα, δηλαδή δεν μπορούν να υποστηρίξουν τη βούληση (που δεν έχουν) και δεν μπορούν να σκεφτούν (με τη σκέψη που δεν έχουν) τις πράξεις τους αποστασιοποιημένα. Η σκέψη, δε, και η βούληση φαίνονται από τα έργα και τη δημιουργία της ιστορίας και όχι βέβαια από την ύπαρξη νευρικού συστήματος όπως προσπαθούν συνήθως βιολογικά να αποδείξουν κάποιοι οικοακτιβιστές. Ένα το κρατούμενο. Επιπλέον, κανένα κίνημα δικαιωμάτων δεν γεννήθηκε με αντιπροσώπους. Και το παράδοξο με αυτό το κίνημα δικαιωμάτων ή απελευθέρωσης, όπως λέγεται, ουσιαστικά είναι αυτό: εκπροσωπεί τα ζώα σα να εκφράζει την αυθεντική τους βούληση ή ένστικτα.

Η αφηρημένη συναισθηματική πρόσδεση του στη ζωική ζωή μοιάζει πιο πολύ με φετιχισμό που ωστόσο στην πράξη, όπως έχει φανεί από τα διεθνή κινήματα για τα ζώα, μπορεί να καταλήξει σε μια συμμαχία με τους άλλους κακούς και μη αγαθούς, δηλαδή τους φασίστες – βλέπε την πορεία στο Κολωνάκι πριν λίγα χρόνια όπου ριζοσπάστες αριστεροί/ αναρχικοί συνυπήρξαν με αυτόνομους εθνικιστές “ενάντια στις γούνες”. Παρόλο που είμαστε σίγουρες ότι έπαιξαν παρανοήσεις, παρεξηγήσεις και άλλα τέτοια, η ταυτόχρονη παρουσία εθνικιστών και αναρχικών/ αριστερών σε διαδήλωση στην ελλάδα δεν είχε ως τότε ιστορικό προηγούμενο και το παράδοξο δεν θα έπρεπε να προσπεραστεί με γέλιο και κατανόηση. Η οικολογία ήταν, είναι και, όπως όλα δείχνουν, θα είναι μια μεγάλη δεξαμενή όπου οι αιχμές του πολιτικού ανταγωνισμού θα αμβλύνονται και χέρι-χέρι όλοι μαζί οι φυσιολάτρεις θα σώζουν τη φύση…

Ορισμένοι συγγραφείς από τις αρχές των ’90 έχουν επισημάνει τον κίνδυνο που θα παρουσιαζόταν καθώς «η οικολογία θα μπορούσε εύκολα να ενσωματωθεί σε μια νέο-φασιστική ιδεολογία. Ενόψει μιας παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής, παραδείγματος χάριν, κάποιος/κάποια μπορεί πολύ εύκολα να δει αυταρχικά καθεστώτα να επιβάλλουν  δρακόντειους περιορισμούς σε έναν πανικόβλητο και απαθή πληθυσμό»[xi]. Ο Timothy Morton στο βιβλίο του Ecology without Nature: Re-thinking Environmental Aesthetics (2007) συλλαμβάνει την ιδέα μιας οικολογίας χωρίς φύση ασκώντας κριτική στα οικολογικά κινήματα της εποχής. Αντλώντας από τα γραπτά του Αντόρνο, δείχνει την ιδεολογικοποίηση της φύσης ως έναν βασικό παράγοντα της αποτυχίας της (α)πολιτικής οικολογίας, παροτρύνοντας μας να παλέψουμε για μια απο-φυσικοποίηση της φύσης όπου δεν θα δηλώνονται αόριστα κι αφηρημένα ως εχθροί της οικολογίας η μοντέρνα τεχνολογία και το καρτεσιανό υποκείμενο. Κι άλλοι συγγραφείς έχουν τονίσει πως η σύγχρονη οικολογία αποκτά λειτουργίες που χαρακτήριζαν μόνο τις θρησκείες στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, η νέα οικολογία, βασισμένη όλο και περισσότερο στα καταστροφολογικά της σενάρια, εξάπτει το φόβο στους πληθυσμούς (ακόμα φυσικά κι όταν εργαλειοποιεί εικόνες του Ολοκαυτώματος εν μέσω μιας στρατηγικής του σοκ), είναι ικανή να θέτει όρια στην ανθρώπινη δράση και ιεροποιεί τη Γη, σκεπάζοντας την έννοια της φύσης με ένα αδιευκρίνιστο πέπλο μυστηρίου. Αυτό τη θέτει ως ιδεολογικό μηχανισμό με την παραδοσιακή μαρξική έννοια της λέξης: ως ψέμα. Η ιδεολογία στον πυρήνα της οικολογίας είναι η ίδια η φύση με τις συνδηλώσεις της.

Αυτό που ο Luc Ferry («Towards a new ecological order») και ο Murray Bookchin («Τι είναι η κοινωνική οικολογία») στα έργα τους ονομάζουν «νατουραλισμό» ή «μυστικισμό» αντίστοιχα και αναφέρεται στη ρητορική βασικά της Βαθιάς Οικολογίας, για άλλους ενσωματώνει ένα στοιχείο που γίνεται ευρύτερα αποδεκτό από τον οποιονδήποτε. Πρόκειται για την πίστη πως η φύση είναι καλών προθέσεων και αποτελεί «ύβρις» η παρέμβαση εναντίον της. Αυτή η αντίληψη, που συναντάται παντού, από τη μοντέρνα εναντίωση των θρησκειών στη βιοηθική μέχρι την ακτιβιστική οικολογία, προϋποθέτει μια αρμονική σύλληψη του όλου της φύσης (από κάποιον σοφό ίσως Δημιουργό του οποίου το εξίσου πάνσοφο έργο είναι ύβρις να διαταραχτεί με ανθρώπινες παρεμβάσεις). Ακόμα και «η κύρια πηγή ενέργειάς μας (το πετρέλαιο) είναι αποτέλεσμα μιας παρελθούσας καταστροφής ανυπολόγιστων διαστάσεων. Κάποιος θα έπρεπε λοιπόν να μάθει να δέχεται την έσχατη ανεδαφικότητα της ύπαρξής μας: δεν υπάρχει απαρασάλευτο θεμέλιο, κάποιο καταφύγιο πάνω στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε με ασφάλεια. “Η φύση δεν υπάρχει”: “η φύση” δηλαδή ο τομέας της ισορροπημένης αναπαραγωγής, του οργανικού ξεδιπλώματος μέσα στο οποίο η ανθρωπότητα παρεμβαίνει με την ύβρη της, εκτροχιάζοντάς την βάναυσα από τις ράγες της κυκλικής της κίνησης, αποτελεί ανθρώπινη φαντασία» (Ζίζεκ). Για τον Αντόρνο, αντίστοιχα, το ζήτημα είναι η φύση να πάψει να “αυτο-τίθεται”, δηλαδή να παριστάνεται (δήθεν μόνη της) ως ουσία, ενώ για τον Καστοριάδη, επίσης, το μόνο που μπορεί να τεθεί ως φύση είναι το “πεπερασμένο” της ύπαρξης (πχ βασικά η θνητότητα, το γεγονός ότι δεν έχουμε φτερά ως άνθρωποι και άρα δεν μπορούμε να πετάμε κοκ) και εκεί τελειώνει η συζήτηση περί φύσης.

Τα συμπεράσματα των παραπάνω, διαφορετικών και ετερόκλητων, πολιτισμικών κριτικών προσπαθούν να δείξουν πως ο ανθρωποκεντρισμός, όσο μαλακισμένος κι αν είναι, είναι η μόνη οδός για να ερμηνεύσουμε τις ενέργειες μας πάνω στη φύση και τη δραστηριότητά μας, καθώς από ότι φαίνεται στη μέχρι σήμερα ιστορία ο άνθρωπος είναι το μόνο ον ικανό να νοηματοδοτήσει τα εγκλήματα του, δηλαδή τις περισσότερες από τις πράξεις του. Τα ζώα ξεφεύγουν της ζωικής τους ιδιότητάς μόνον μπροστά στη νοηματοδοτική ικανότητα των αφεντικών ή φίλων τους εδώ και αιώνες. Και πάλι, όμως, δεν επιστρέφουν την αναγνώριση της συνθήκης αυτής.

Αλλά πριν πάμε σε αυτά, μήπως θα πρέπει να καταλάβουμε ότι εδώ το σημαντικότερο κρύβεται – όπως πάντα με τη μορφή της βιολογικής απόδειξης και όχι της πολιτισμικής συζήτησης – σε αυτό που θίξαμε προηγουμένως; Δηλαδή: στην απόπειρα να θεμελιωθεί μια «ανθρώπινη» υπόσταση των ζώων μέσα από δείκτες νευρολογίας, ιατρικές μετρήσεις και αριθμούς κτλ; Είναι ακριβώς αυτή η απόπειρα που γυρεύει να σπάσει το ανθρώπινο φράγμα, με τον ίδιο τρόπο μάλιστα που οι καλοί γερμανοί επιστήμονες δούλευαν εξήντα χρόνια πριν[xii]. Μέσα σε αυτό το σύμπαν συνεννόησης μια λάθος μέτρηση μπορεί να σε βγάλει εκτός ανθρώπινης υπόστασης.

Οικολογία χωρίς εθνικισμό,
souvlaki χωρίς κρέας;

«Προϋπόθεση της πραότητας των φασιστών απέναντι στα ζώα, στη φύση και στα παιδιά είναι το διωκτικό μένος. Το ανάλαφρο χάιδεμα στα μαλλιά των παιδιών και στο τρίχωμα των ζώων σημαίνει “αυτό το χέρι μπορεί να εξοντώσει”. Χτυπά χαϊδευτικά το ένα θύμα προτού πατάξει το άλλο, και η επιλογή του δεν έχει να κάνει με την ενοχή του θύματος. Η θωπεία δείχνει παραστατικά ότι μπροστά στην εξουσία είναι όλοι το ίδιο, κανένας δεν είναι προσωπικό ον»[xiii].

Γενικά: Στα πρώτα μαθήματα που κάποια μπορεί να κάνει για τον καπιταλισμό, γρήγορα θα καταλάβει πως το σύστημα αυτό πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο στέκεται – είτε με τα προχωρημένα και αποτυχημένα προτάγματά του περί ανάπτυξης είτε με τις φόρμουλες του πράσινου καπιταλισμού. Το να αντιληφθεί, λοιπόν, κάποιος ότι πρέπει να σέβεται το περιβάλλον που τον περιστοιχίζει, δεν μας φαίνεται και για το πιο δύσκολο πολιτικό συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα ρεφορμιστικά ή ριζοσπαστικά ταξίδια στην Κοπεγχάγη και όπου αλλού για την «αλλαγή του κλίματος» εντάσσονταν, κατά τη γνώμη μου, πάντοτε σε μια καταναλωτική, ευκαιριακή αντιμετώπιση επιμέρους ζητημάτων κατ’ ακολουθία ευρωπαϊκών/παγκόσμιων συνόδων των αφεντικών χωρίς καμία προοπτική και χωρίς κανένα κέντρο βάρους στην ανάλυση/επεξεργασία των σημερινών δομών εξουσίας. Στη σύλληψη της έννοιας της οικολογίας από τον Μπούκτσιν, ο ‘οίκος’ – το πρώτο συνθετικό της λέξης οικολογία – σημαίνει όχι μόνο το «φυσικό και δομημένο περιβάλλον» αλλά και το «κοινωνικοπολιτικό σύστημα που κυριαρχεί» τον τρόπο που θεσμίζεται η κοινωνία, τον τρόπο που οργανώνεται η παραγωγή και η κατανάλωση. «Η σημερινή παγκόσμια οικολογική κρίση είναι αδιαίρετα κοινωνική, πολιτική, θεσμική, οικονομική και περιβαλλοντική»[xiv]. Δεδομένων των αποτελεσμάτων της ιστορίας του 20ου αιώνα στα πεδία των μαχών των δύο παγκοσμίων πολέμων και τα στρατόπεδα εξόντωσης, της εθνικιστικής αναζωπύρωσης που βιώνουμε σήμερα, τον πόλεμο που ζουν οι μετανάστες καθημερινά στο νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον, η οικολογία για μας θα ήταν μονάχα μια αφορμή να κινηθεί κανείς ενάντια στο κυρίαρχο. Με ποιο τρόπο; Αν συμπεραίνει κανείς ότι η οικολογική κρίση είναι μια απαραίτητη αναπνοή για τη συνέχιση του καπιταλιστικού συστήματος, μπορεί και θα έπρεπε αντίστοιχα να συμπεράνει πως οι εξοντωτικές μανίες εις βάρος των μειονοτήτων, βοηθούν τις κοινωνίες μας να συνεχίσουν εξίσου να αναπνέουν και να υπάρχουν.

Ειδικότερα: έχει τονιστεί και στο παρελθόν η μεταφυσική σύνδεση του Έλληνα με τη φύση «του τόπου», τις παραλίες, τις βουνοπλαγιές του, τα φαράγγια του, τα δάση του κι όλα αυτά. Το βλέπουμε εξάλλου να συμβαίνει και κάθε φορά με τις εκάστοτε πυρκαγιές να κινητοποιούνται αισθήματα εθνικής ομόνοιας και σύμπνοιας ανατριχιαστικά. Σε μια αστεία επιτέλεση αυτού του αισθήματος, το 2007 είχαν γίνει πορείες «ενάντια στις πυρκαγιές».

Δεν γουστάρω κακομεταχείριση των ζώων και μου τη σπάει το vegan-bashing από τη σκοπιά της proud-to-eat-meat ελληνικής θέσης. Ωστόσο, κάθε οικολογική θέση αν θέλει να είναι πολιτική – ας πούμε, αντιφασιστική και αντιεθνικιστική πρώτα απ’ όλα σήμερα – θα πρέπει να έχει ήδη διατυπώσει καθαρά και ξάστερα την εναντίωσή της σε παλλαϊκές κινητοποιήσεις για τη φύση, σε χριστιανικού τύπου διαμαρτυρίες για τις γούνες κι άλλες τέτοιες ανοησίες διάδοσης ενός φυσιολατρικού πουριτανισμού. Και να προσέχει τις συμμαχίες της σαν τα μάτια της. Κι αυτό γιατί, στο οικολογικό κίνημα, στο σπίτι του κρεμασμένου δηλαδή, θα πρέπει κάποτε να μιλήσουν για σκοινί. Να διακηρύξουν ανοιχτά την εθνοφοβία τους (ε να είμαστε κι εμείς φοβικοί σε κάτι!) και να σταματήσει η οχύρωση πίσω από την… «αυτ-αξία» της φύσης.

Για τη διερεύνηση της (εθνικής και έμφυλης) περηφάνιας της κρεοφαγίας στην ελλάδα έχει επισημάνει πρόσφατα η Αλεξάνδρα Χαλκιά ότι «το να είναι κανείς περήφανος που τρώει κρέας έχει να κάνει με το σουβλάκι και τα άλλα κρέατα ως τόπο μιας ενδιαφέρουσας σύζευξης μεταξύ, αφενός, των κρυμμένων ταξικών τραυμάτων που σημαδεύουν τη σύγχρονη Ελλάδα (δεν ήταν και τόσο παλιά που το κρέας θεωρούταν πολυτέλεια και καταναλωνόταν συχνότερα από τους λίγους, σπανιότερα από τους πολλούς) και, αφετέρου, των ελληνικών αφηγημάτων αρρενωπότητας (τι σόι άντρας είσαι αν δεν μπορείς να χωνέψεις κρέας και, κατ’  επέκταση αίμα»[xv]. Στην Αθήνα, εξάλλου, «σουβλάκι χωρίς κρέας» είναι κάτι που ονομάζουν «τουριστικό» και κάτι που γίνεται γενικά  αντιληπτό ως αφύσικο για έλληνα άντρα. Αυτή η καθόλα ενδιαφέρουσα (ανθ)ελληνική σύλληψη της κρεοφαγίας δίνει τα καλύτερα αντεθνικά κίνητρα για την επιλογή της αποχής από αυτήν, για όποιον/α γουστάρει να απέχει τέλος πάντων, στο εδώ και το τώρα της σημερινής συνθήκης στην ελλάδα. Τουλάχιστον πολύ καλύτερα κίνητρα από μια αφηρημένη κριτική στον «ανθρωποκεντρισμό» ο οποίος νοείται ως η ιδεολογία της ανωτερότητας του ανθρώπου απέναντι στα άλλα είδη. Και φυσικά έτσι δεν είναι ανάγκη να καταφύγει κανείς/καμιά στη σχετικοποίηση και εργαλειοποίηση του Ολοκαυτώματος και άλλα κακά μονοπάτια.

Ο “ανθρωποκεντρισμός”, εξάλλου, είναι μια αδύναμη έννοια. Η έννοια αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να γίνει κριτική στον φιλελεύθερο ουμανισμό και την απάτη της αρμονικής και καθολικής έννοιας της «ανθρώπινης κοινότητας πέραν διαφορών». Ίσα-ίσα, η κριτική του ανθρωποκεντρισμού από τους οικολόγους επαν-ενισχύει την έννοια της αφηρημένης ανθρωπότητας – που έχει σα κοινή ιδεολογία την ανωτερότητά της – ξεχνώντας προς στιγμήν ότι η «ανθρωπότητα» είναι ήδη θρυμματισμένη σε σημασίες και ανταγωνισμούς μεταξύ φύλων, εθνοτήτων, πολιτικών επιλογών κτλ.

Το άλλο πρόβλημα με την έννοια του «ανθρωποκεντρισμού» είναι ότι στηρίζεται σε ένα σφάλμα λογικής, μια σοφιστεία, εφόσον κάθε άποψη που εκπορεύεται από ένα ανθρώπινο ζώο, έναν άνθρωπο ας πούμε, είναι αναγκαστικά και μεθοδολογικά ανθρωποκεντρική γιατί εκφέρεται με τα εργαλεία, πχ γλώσσα, που ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί. Η, δε, κριτική στην ταυτότητα του ανθρώπινου εαυτού και πάλι στηρίζεται σε μεθόδους και περιεχόμενα που είναι σαφώς και αποκλειστικά ανθρώπινα (πχ κριτική, αναστοχασμός κτλ). Και θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτές οι κριτικές δεν είναι μόνο ανθρωποκεντρικές αλλά και δυτικοκεντρικές, ευρωκεντρικές κτλ, (όταν συνήθως εκφέρονται από δυτικούς, από ευρωπαίους), καθώς το κίνημα για τα δικαιώματα των ζώων, η συνειδητή χορτοφαγία ως πολιτική επιλογή κοκ είναι εξολοκλήρου δυτικές κατασκευές (καθώς τα μπιφτέκια από σόγια σίγουρα δεν ήταν επιλογή του homo habilis αλλά ούτε και της μη-δυτικής παράδοσης)[xvi].

Αυτό το παράδοξο μπορούμε να το παρατηρήσουμε καλύτερα στη σύγκρουση που είχε προκληθεί πριν κάποια χρόνια μεταξύ οικολόγων ακτιβιστών και Εσκιμώων, όπου οι δυτικοί παρενέβαιναν στο κυνήγι των Ινουίτ για να τους μάθουν να «τρώνε πολιτισμένα» χωρίς να σκοτώνουν φάλαινες[xvii].  Από τον Peter Staudenmaier θα πάρουμε και το δεύτερο παράδειγμά μας. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι Makah από το Neah Bay των βορειοδυτικών Ηνωμένων Πολιτειών προσπάθησαν να κυνηγήσουν μία γκρίζα φάλαινα. Το κυνήγι των Makah ήταν για λόγους επιβίωσης, ενώ διάλεξαν ένα είδος φάλαινας που δεν ήταν υπό εξαφάνιση. Ωστόσο, στην πρώτη τους απόπειρα να κυνηγήσουν, βρήκαν ενάντιά τους τις οργανώσεις δικαιωμάτων των ζώων (μεταξύ των οποίων η Sea Shepherd Society[xviii]). «Για αυτές τις ομάδες», λέει ο Staudenmaier, «τα δικαιώματα των ζώων ήταν πάνω από τα δικαιώματα των ανθρώπων. Πολλοί από αυτούς τους οπαδούς των ζώων διάνθιζαν τη ρητορική τους υπέρ των φαλαινών με παλιά ρατσιστικά στερεότυπα για τους ντόπιους και συμμάχησαν με ασυμφιλίωτους απολογητές της αποικιακής κυριαρχίας»[xix].

Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να πάμε μέχρι τους Ινουίτ για να φέρουμε τη συζήτηση στα μέτρα μας. Σε μια συμπαθητική περιοχή της ελλάδας όπου οι κάτοικοι είθισται να κρεμούν μετανάστες στα αυτοκίνητά τους και τους σέρνουν (Μανωλάδα), όπου μαστιγώνονται σκλάβοι Αφγανοί δεμένοι σε δέντρα (Μανωλάδα πάλι), όπου το νταβατζιλίκι Ουκρανίδων από αστυνομικούς είναι τοπική παράδοση (Αμαλιάδα), κοκ, σε αυτήν ακριβώς τη συμπαθητική περιοχή λοιπόν έχουν αναδυθεί κάπως όψιμα υπέρμετρες ευαισθησίες για τα ζώα – για το γεγονός (ή το ψέμα, τέλος πάντων, δεν έχει σημασία…) ότι οι μετανάστες της περιοχής σκοτώνουν και τρώνε αδέσποτα σκυλιά. Στην Πάτρα, στην Καλαμάτα, τη Σπάρτη και αλλού οι καταγγελίες (οι οποίες πιθανόν να είναι και συκοφαντίες αίματος) πυκνώνουν και οι κάτοικοι αλλόφρονες διαμαρτύρονται για τα… ζωντανά. Άρθρα στον ημερήσιο Τύπο, οι φιλόζωοι εξανίστανται. Κι εδώ η οικολογική ευαισθησία δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν ακόμη λόγο για να κυνηγήσει κανείς ξένους ή να δηλώσει την εθνική του ταυτότητα. Το έργο παίχτηκε και στην Αθήνα με προπηλακισμούς και βρισίδια σε “Αλβανό βασανιστή ζώων” στα δικαστήρια της Ευελπίδων.

Antifa’s Delight

Οικολογία χωρίς φύση σημαίνει οικολογία δίχως μια ουσιοκρατική ιδεολογία σα θεμέλιο, δη μια εθνικιστική ιδεολογία. Αν η αποχή από την κρεοφαγία νοείται ως λιγότερο ελληνική, μας κάνει. Από τον Peter Singer ως τον Steven Best και παρά τα θέλγητρα των λόγων τους, αυτό που χάνεται συνεχώς είναι ότι τα δικαιώματα των ζώων θα μπορούσαν να ιδωθούν ως σημαντικότερα από αυτά των ανθρώπων ή σε σύγκριση με αυτά. Για μας αυτό είναι απαράδεκτο (ως τέτοιο). Το αν τρώει κάποιος κρέας ή όχι ποσώς μας ενδιαφέρει, εν ολίγοις, αν δεν είναι πρώτα αντιφασίστας και αντιεθνικιστής. Και ποσώς έχει σημασία γενικότερα το να σταματήσει η κρεατοφαγία παγκόσμια από αύριο αν την ίδια στιγμή επιτρέψουμε να λάβει χώρα ένα δεύτερο Άουσβιτς. Οι όψιμοι οικοακτιβιστές που συγκρίνουν το Ολοκαύτωμα με το σκότωμα ζώων μάλλον εργαλειοποιούν παρά αναδεικνύουν τον αντιφασισμό – η σχέση τους, δε, με το έγκλημα των εγκλημάτων είναι αυτού που το επικαλείται και το εργαλειοποιεί σαν… politically correct μπαμπούλα (ούτε καν ηθικά δηλαδή) για να πείσει τα άλλα παιδάκια να φάνε το με σόγια φαί τους. Όπως είπαμε και πριν, ωστόσο, το σημαντικό που καταφέρνουν οι νέοι ριζοσπάστες οικοακτιβιστές με αυτή την απόπειρα τους για ελάττωση των ορίων μεταξύ ζωικού και ανθρώπινου είναι να προχωρήσουν περαιτέρω την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, μια συνθήκη που μας άφησε παρακαταθήκη το Άουσβιτς και οι λειτουργοί του. Την εποχή που ένα κίνημα θα αρχίσει να μαθαίνει για συμβάντα καταστροφής, όπως αυτό που δίνουμε στην αρχή του κειμένου, και θα τα θεωρεί ισάξια με την κρεοφαγία, ο καπνός από τις καμινάδες του Άουσβιτς θα έχει ξεθωριάσει ακόμη περισσότερο μέσα μας.

Μακράν του να μπορεί ο αντισπισισμός να εξηγήσει όλες τις άλλες σχέσεις εξουσίας, μπορεί μάλλον να δουλέψει στην υπηρεσία του αποκλεισμού των “Άλλων”. Και, ειδικά, σήμερα κανείς δεν πρέπει να δώσει ελαφρά τη καρδία όπλα στον εχθρό.

Stepanyan TSP

(το κείμενο αυτό γράφτηκε το 2009, δημοσιεύεται εδώ όμως για πρώτη φορά)


[i]

Η σφαγή του Κομμένου, Στέφανος Παππάς (Αθήνα, 1976).  Ο Σ. Παππάς, όντας νεαρός βίωσε τη σφαγή του Κομμένου Άρτας από τη μεραρχία του Edelweiss και αργότερα κατέθεσε σα μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη της Νυρεμβέργης εναντίον του διοικητή των Ναζί στα Γιάννενα, Hubert Lanz. Για την ιστορία, στον Lanz επιβλήθηκε μικρή ποινή και αποφυλακίστηκε γρήγορα. Τη δεκαετία του ’70 ο Lanz συμμετείχε σε δημόσιες τηλεοπτικές συζητήσεις για το… πολιτικό μέλλον της Ευρώπης. Ο μόνος από τη μεραρχία των δολοφόνων Γερμανών που πραγματικά τιμωρήθηκε για τις πράξεις του και στο Κομμένο Άρτας ήταν ο ταγματάρχης Falner ο οποίος εκτελέστηκε από τους αντάρτες του Τίτο στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

[ii]               «Αιματοβαμμένο Εντελβαϊς. Η 1η ορεινή μεραρχία, το 22ο ορεινό σώμα στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944». Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, μτφ Γ. Μυλωνόπουλος (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2009). Το βιβλίο παρουσιάστηκε τον περασμένο Ιούνη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης από τον Christophorus-Gustavus Schminck μιας και ο Hermann Frank Mayer πέθανε ένα μήνα μόλις πιο πριν.

[iii]              Αναφέρεται στο Μνήμες Κατοχής, τόμος Β’, Christophorus-Gustavus Schminck (Ισνάφι Ιωάννινα, 2007).

[iv]              Ο μύθος του υπερ-πληθυσμού, Μπούκτσιν (Ελεύθερος Τύπος), μτφ: Σ. Κοτρώτσιος, σελ. 29.

[v]               Τι κάνεις άμα πιάσεις φωτιά; επωδός στην 4η Σεπτέμβρη, Terminal 119 & Café Morgenland, (Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 2007), στο κείμενο αυτό στο κεφάλαιο Die Heimat θα βρείτε κάποια πρώτα σχόλια για το θέμα της ιστορικής εθνικοσοσιαλιστικής σύνδεσης με τη φύση και την οικολογία. Εδώ συνχίζω προϋποθέτοντας εκείνες τις γραμμές.

[vi]              Βλέπετε (και γελάτε) http://www.london.diplo.de/Vertretung/london/en/02/Kanzlei__und__Residenz/An__Embassy__in__Belgrave__Square/Interwar__Years__Seite.html  Για όποιον θέλει να πάει να ρίξει μια ροχάλα, δίνεται και η διεύθυνση μέσα στην ιστοσελίδα.

[vii]             «Περί γερμανικών θέσεων και άλλων εγκλημάτων», Café Morgenland. Η μετάφραση έγινε από σύντροφο από το Cafe Morgenland για τις ανάγκες του κειμένου αυτού.

[viii]             Βλέπε «Το έντελβαϊς και ο θάνατος», ρεπορτάζ του Ιού της Ελευθεροτυπίας στις 01/06/02, για τις φιέστες των σκατοπαππούδων ναζί και μια παρέμβαση αντιφασιστών εναντίον τους. http://www.iospress.gr/mikro2002/mikro20020601.htm

[ix]              Για αυτό και η εξαπόλυση των πομπωδών καταδικαστικών διακηρύξεων για την παιδεραστία – διακηρύξεις που θυμίζουν τη μανία του Χίτλερ ενάντια σε όσους βασάνιζαν ζώα. Το οχλαγωγικό μίσος και το πάθος της αντίδρασης ενάντια στην παιδεραστία πρέπει να μας κάνει λίγο καχύποπτους: γιατί ειδικά αυτό το έγκλημα; Επειδή τα θύματα, τα παιδιά, είναι τα πιο ανυπεράσπιστα θα έλεγε κάποιος. Ωστόσο, αυτό το μίσος, αυτό το πάθος, πέρα από τη συνήθη συνθήκη την οποία κρύβει επιμελώς: ότι νόρμα είναι οι δράστες να είναι ντόπιοι, λευκοί και όχι «ανώμαλοι ξένοι», είναι απλώς η σκόνη στα μάτια για το τι είδους σκατά μπορούν να κάνουν οι «ζορό» του όχλου. Η εναντίωσή τους στην παιδεραστία τους δίνει το διαβατήριο για να σκοτώσουν παιδιά στο όνομα της ανθρωπότητας. Αυτή και μόνο αυτή τη σημασία έχει η εικόνα που βλέπουμε να κοσμεί σήμερα πολλά νεοναζιστικά μπλογκς στην ελλάδα με την απεικόνιση ενός παιδεραστή κρεμασμένου.

[x]               Rethinking Revolution: Animal Liberation, Human Liberation and the Future of the Left, του Steven Best. http://www.inclusivedemocracy.org/journal/vol2/vol2_no3_Best_rethinking_revolution.htm

[xi]              «Η επαναστατική δύναμη της οικολογίας», συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, μετάφραση από το terminal 119, αντλήθηκε από τον τόμο TheRisingTideofInsignificancy, http://www.terminal119.gr/show.php?id=339

[xii]             Δεν προλαβαίνουμε εδώ να μπούμε σε λεπτομέρειες της σύγκρισης. Η επίμονη και απαιτητική αναγνώστρια να γυρέψει το κατατοπιστικό AnimalsintheThirdReich: Pets, ScapegoatsandtheHolocaustτου Klaus Fischer

[xiii]             Αντόρνο, Διαλεκτική του Διαφωτισμού.

[xiv]             «Η σύγχρονη οικολογική κρίση» του Μπούκτσιν και πάλι, εδώ από τον πρόλογο του εκδότη Μιχάλη Πρωτοψάλτη

[xv]             The empty cradle of democracy: sex, abortion, and nationalism in modern Greece, Alexandra Halkias, (Durham and London, 2004), Duke University Press, σελ. 143.

[xvi]             Βλέπε τη συζήτηση για τις πηγές της κρεοφαγίας στο «Ο JohnZerzan και η πρωτόγονη σύγχυση», του Alain C. Το κείμενο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες.

[xvii]            Animal Rights, Human Rights: Ecology, Economy and Ideology in the Canadian Arctic, George Wenzel (Toronto 1991).

[xviii]           Οι δράσεις αυτών των… ριζοσπαστών οικολόγων από το 2008 και έπειτα έχουν γίνει reality show για την ιδιωτική τηλεόραση στις ΗΠΑ. Το δείχνει ο ΣΚΑΙ.

[xix]             “TheMakahWhaleHunt”, Alx Dark – http://www.cnie.org/nae/cases/makah/

This entry was posted in old tunes and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *