Ας μην υπερβάλλουμε!

«Η κοινωνία είναι αυτο-δημιουργία η οποία ξεδιπλώνεται ως ιστορία. […]

Πως αναδύονται νέες κοινωνικο-ιστορικές μορφές;

Η απάντηση είναι απλώς: Διά Δημιουργίας. […]

Μπορούμε να διαυγάσουμε τις διαδικασίες αυτές×

όχι όμως να τις εξηγήσουμε»[1]

«Όπως η δημιουργία δεν είναι εξηγήσιμη, έτσι και η καταστροφή»[2]


το μνημείο του εβραϊκού ολοκαυτώματος στην αθήνα.

Απ’ όσο γνωρίζω, το terminal119 είναι η πρώτη ομάδα που έχει μεταφέρει στον αντιεξουσιαστικό χώρο στην ελλάδα την αντίληψη περί μοναδικότητας του εβραϊκού Ολοκαυτώματος, της Shoah. Κι έχει μιλήσει για το γεγονός πως αυτή η βάρβαρη επιτέλεση δεν μπορεί να εξηγηθεί, αλλά μόνον να διαυγαστεί. Περιττό να πω ότι αυτά για το επίπεδο της ελάρ/ελάν είναι αλαμπουρνέζικα και η συγκεκριμένη ομάδα, δημόσια ή μη, έφτασε να κατηγορηθεί για α) μεταφυσικές απόψεις και β) συναισθηματικό εκβιασμό (!). Αυτό το κείμενο έχει δουλευτεί κάπου στα 2007-2008, αλλά είχε μείνει αδημοσίευτο λόγω άλλων προτεραιοτήτων σε εκείνη τη συγκυρία. Δείχνοντας το αργότερα σε έναν εβραίο φίλο και ζητώντας τη γνώμη του για το αν θα είχε νόημα να επανέλθει αυτό το κείμενο, εκείνος μου υπενθύμισε ότι οι έλληνες δεν ενδιαφέρονται σήμερα για τέτοιες κουβέντες, εν ολίγοις εδώ δεν υπάρχει κοινό για αυτό το κείμενο. Σήμερα σκέφτομαι ότι όπως και με πολλά άλλα κείμενα, καλό είναι να ρίχνεις ένα μπουκάλι στον ωκεανό κι εξάλλου ακόμη και το να αρέσει σε 2-3 κατάλληλους ανθρώπους, για μένα είναι αρκετό. Φυσικά, τα εργαλεία του τότε, όταν γράφτηκε, είναι των επιρροών που υπήρχαν τότε. Αυτονόητο. Τα ερωτήματα πάντως που απασχολούν το κείμενο δεν απαντιούνται ντε και καλά με αυτά τα εργαλεία.

Σαν σε πρόωρο post-script να πω ότι η κριτική των blaumachen με τη φόρα που πήρε, δεν έμεινε στην κριτική περί … μεταφυσικής και ενσωμάτωσης συναισθηματικού εκβιασμού στην … πολιτική ανάλυση. Έφτασαν να διατυπώσουν κατηγορίες περί … ισραηλίτικου εθνικισμού (!) και περί αλβανικού εθνικισμού. Περήφανα τις αποδεχτήκαμε αυτές οπότε δεν τέθηκε καν θέμα να απαντήσουμε επί τούτου. Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κείμενο τους μετά την συγγραφή του παρήλασε μέσα από λογής-λογής φασιστικές και νεοναζί σελίδες σαν παραπομπή σε κείμενα φασιστών (μαύρος κρίνος, ρεσάλτο, ελληνικό μέτωπο βορίδη κτλ), θα ‘πρεπε να σημαίνει πολλά για πολλούς που έρχονται ακόμη και σήμερα και κάνουν την ίδια κριτική. Το να υιοθετηθεί ο λόγος μιας (αριστερής) ριζοσπαστικής ομάδας από τους δολοφόνους νεοναζί δεν είναι και λίγο. Είναι ένα βήμα πιο κοντά στον ελληνικό εθνικισμό δηλαδή, τον εθνικοσοσιαλισμό, σα να λέμε. Αν ψάξει κανείς στο μέλλον μια γενεαλογία της σύγκλισης αριστερου και δεξιού λόγου στην ελλάδα στην περιβόητη μεταπολίτευση και το τέλος της, ας έχει λοιπόν υπόψη του και τούτο: κάποιες ομάδες το 2007 δώσαν όπλα στους ναζί να κάνουν πολιτική.

Creatio ex nihilo

Σε παλιότερο έντυπο[3] του terminal είχε ειπωθεί πως καμιά ιστορική δημιουργία δεν μπορεί να εξηγηθεί γιατί ακριβώς η ιστορία δεν αποτελεί πείραμα της χημείας ή της φυσικής, δεν αποτελεί μαθηματική εξίσωση. Ένα ιστορικό γεγονός, μια περίοδος της ιστορίας ακόμη καλύτερα, δεν μπορούσε κατά τη γνώμη μας να εξηγηθεί όπως εξηγούνται κάποια έγκυρα πορίσματα μιας θεσμισμένης τυπικής γνώσης που έχει θέσει στον εαυτό της επιστημονικά κριτήρια, ως όρους επαληθευσιμότητας και ανακοινωσιμότητας. Στο πεδίο της ιστορίας, μπορούμε να πούμε τι ανήκει μέσα σε αυτό αλλά δεν μπορούμε να πούμε «τώρα, θα σας εξηγήσω γιατί έγινε το Άουσβιτς». Η συγκρότηση του κοινωνικο-ιστορικού διαρθρώνεται από μικρότερους ή μεγαλύτερους θεσμούς, πράξεις, παραστάσεις που επενδύονται αντίστοιχα από πρωτεύουσες ή δευτερεύουσες φαντασιακές σημασίες. Έτσι μπορούμε μόνο να προσεγγίσουμε και να αντιληφθούμε τη συγκρότηση του κοινωνικο-ιστορικού. Κι έπειτα αξιολογώντας τα. Έτσι, μια όλο και μεγαλύτερη σειρά ερωτημάτων «γιατί», σε μια σχέση αιτίου-αιτιατού, όχι μόνο δεν μπορούν να εξηγήσουν το Άουσβιτς αλλά ούτε καν την πιο απλή ιστορική συνθήκη, ένα γεγονός φαινομενικά ασήμαντο. Σε ένα μακροεπίπεδο, όχι μόνο κορυφαία γεγονότα της ιστορίας όπως το Ολοκαύτωμα, δεν μπορούν να… εξηγηθούν αλλά και μικρότερες σειρές γεγονότων αποδεικνύονται κ α τ α ν ο ή σ ι μ α  και όχι εξηγήσιμα. Εξάλλου – να μην ξεχνάμε – η ιστορία αποτελεί επιστήμη, μόνον ύστερα από μια σειρά συμβάσεων που θα έχουμε προκαθορίσει.

Στο δεύτερο τεύχος τους, οι Blötmachen[4], μια κομουνιστική ομάδα της Θεσσαλονίκης, λένε πως επειδή το terminal είχε γράψει πως το Άουσβιτς δεν εξηγείται, σημαίνει ότι πρόκειται περί «μεταφυσικού» γεγονότος. Αν ο Μαρξ ήταν μία φορά θετικιστής… Στην ουσία μάλλον ανοίγαμε όμως μια κουβέντα για την ιστορία και τις αξιολογήσεις της. Με το να λέμε σήμερα ότι το Άουσβιτς δεν είναι εξηγήσιμο γεγονός, λέμε κυρίως τρία πράγματα: α) πως οι όροι «εξηγήσιμο» και «ανεξήγητο» δεν είναι κατάλληλοι και επαρκείς για να το ορίσουν (αυτό και άλλες σειρές ιστορικών γεγονότων), β) πως, αν και η Shoah επιτελέστηκε μέσω πολλαπλών εργαλειακά ορθολογικών πρακτικών και λόγων (ορθολογικότητα), δεν μπορεί κάποιος να την προσπελάσει ορθολογικά σα γεγονός, δηλαδή να ρωτάει συνεχώς «γιατί» και να φτάσει σε μια τελική απόφανση και γ) πως, βασικά, η Shoah δε σκόπευε σε κάποιο εξωγενή λογικό σκοπό (πχ κάποιο δημογραφικό πρόβλημα, κάποια ανάγκη καταστολής, κάποια απόκτηση ζωτικού χώρου) – δηλαδή, για να το καταλάβει η καθεμιά και ο καθένας, οι εβραίοι δεν εξολοθρεύτηκαν γιατί ήταν υπεράριθμοι στη Γερμανία, γιατί ήταν ή δεν ήταν κομμουνιστές, γιατί ήταν πλούσιοι ή φτωχοί αλλά για έναν και μόνο «απλό» λόγο: «οι εβραίοι εξολοθρεύτηκαν απλώς επειδή ήταν εβραίοι» και απόδειξη για αυτό είναι βέβαια ότι τα θύματα προέρχονται από όλες τις χώρες, τις κοινωνικές τάξεις, τις ηλικίες, τα φύλα, τις ιδεολογίες, πολιτικές επιλογές κτλ.

Αυτό το τρίτο να το εξηγήσω καλύτερα. Αφενός, η «τελική λύση» στόχευε στην εξόντωση κάθε άντρα, γυναίκας, παιδιού που ήταν Εβραίος έτσι ώστε να μην μπορεί να σωθεί ή να γλιτώσει την απειλή κανείς παρά μόνον αυτοί που δεν ανακαλύφτηκαν από τους ναζί. Έτσι, αρκούσε να βρεθεί κάποιος ένοχος για το ότι είχε εβραϊκή καταγωγή («εβραϊκό αίμα») κι αυτό ήταν όλο, σε αντίθεση με την εξόντωση Ρώσων ή Πολωνών, που κρίθηκε ότι ήταν πάρα πολλοί, ή τους ίδιους τους «Άριους» οι οποίοι διαλέγονταν σχεδόν πάντα μόνον αφού ξεχώριζαν οι ίδιοι με τις δικές τους πράξεις από τους άλλους «Αρίους». Είναι ενδεικτικό εδώ το παράδειγμα της σύλληψης του Jean Amery από τους ναζί. Αν και ο ίδιος δε γνώριζε ότι είναι Εβραίος, κατάλαβε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι εβραίος από τις αντισημιτικές νομοθεσίες της Νυρεμβέργης το 1935. Αυτό σημαίνει ότι το κυνήγι έγινε εις βάρος όχι αυτών που είχαν επίκτητες ιδιότητες και πολιτισμικά χαρακτηριστικά αλλά η λογική αυτή ταυτίστηκε με τη φύση – και τη μεταφυσική βέβαια που τη συνοδεύει συνήθως.

Δεύτερον, η εξόντωση των εβραίων δεν αποτελούσε μέσο για ένα σκοπό, αλλά ήταν η ίδια η εξόντωση ο σκοπός. Το σκότωμα των εβραίων δεν αποτελούσε απλώς μέρος της όλης πολεμικής προσπάθειας των ναζί αλλά ισάξιο με την ίδια την πολεμική επιχείρηση γιατί βέβαια πως αλλιώς μπορεί να κατανοηθεί το ότι μπήκαν σε λειτουργία τρένα για να φέρουν 2,000 Εβραίους από την Αθήνα, οι οποίοι βέβαια πήγαν εκεί πιο πριν με πλοία από τη Ρόδο και την Κω και οι οποίοι βέβαια από την Αθήνα θα κατευθυνθούν στην Πολωνία, στο Άουσβιτς, για να καούν στους φούρνους τις πρώτες μέρες που θα πατήσουν το πόδι τους στο Όσβιεσιμ, την ώρα μάλιστα που όλα αυτά τα τρένα δεσμεύονταν την ίδια στιγμή από τις πολεμικές επιχειρήσεις των ναζί; Και είναι πάμπολλα τα παραδείγματα. Πολλές δυνάμεις που θα μπορούσαν συνολικά να χρησιμοποιηθούν στον πόλεμο, δεσμεύτηκαν στο πρόγραμμα εξόντωσης.

Όταν μιλά κανείς σήμερα για τη Shoah, δε μιλά μόνο για τα κρεματόρια: πολλοί ακόμη εξαντλήθηκαν και εξέπνευσαν υπό το βάρος του εξευτελισμού και της κακουχίας κατά τη διάρκεια των «πορειών θανάτου», τους πέταξαν από αεροπλάνα πάνω από την Ουκρανία, τους εκτέλεσαν και τους έθαψαν σε μαζικούς τάφους στην Ουγγαρία, τους έθαψαν ζωντανούς, τους βασάνισαν και τους χειρούργησαν μέχρι θανάτου, τους έβγαλαν στο κρύο γυμνούς στους -30 βαθμούς, πέταξαν σκυλιά πάνω τους για να τους φάνε. Δεν είναι ανεξήγητη η Shoah γιατί ήταν τόση βιομηχανική ή βάναυση η θανατερή επιτέλεσή της, παρόλο που όντως ήταν και η πιο βιομηχανική και η πιο βάναυση. Είναι ανεξήγητη στο μέτρο που δεν μπορούσαν παρά να την κάνουν Γερμανοί και στο μέτρο που οι εβραίοι που εξολοθρεύτηκαν δε θα μπορούσε παρά να ήταν εβραίοι, γιατί ακριβώς για αυτή την εβραϊκότητα τους εξοντώθηκαν. Μέσα στους λαβυρίνθους του κοινωνικο-ιστορικού, ο «γερμανικός λαός» κατάφερε να χτίσει ένα μοναδικό μονοπάτι (το περίφημο sonderweg), πέτυχε να δημιουργήσει μια ιστορικά πρωτότυπη, ριζικά νέα μορφή ανθρώπινης θέσμισης. Εν ολίγοις, δημιούργησε, δίχως να έχει προηγούμενο παράδειγμα, ex nihilo, μια βιομηχανία θανάτου.

Η Shoah έγινε έτσι απλά από γερμανούς; Καθόλου απλά, αλλά ναι. Στο άρθρο τους, οι blötmachen καταφεύγουν σε σοφιστείες του λόγου, σε μεθόδους της εις άτοπον επαγωγής για να ισχυριστούν εν τέλει ότι ήταν λίγοι αυτοί που επιτέλεσαν τις πράξεις του θανάτου ή ίσως ήταν πολύ στενά καθορισμένοι: όσοι δεν πεινούσαν, όσοι δεν εργάζονταν, η αστική τάξη και η τρελοπαρέα του βιτσιόζου Αδόλφου Χίτλερ. Κι όμως, η γερμανική εργατική τάξη συμμετείχε (είτε πεινούσε, είτε όχι γιατί αυτό δεν είναι ποτέ το θέμα της ανθρώπινης δημιουργίας!) στα πογκρόμ, τις καταδόσεις, τις εκτελέσεις κτλ. Ωστόσο, εδώ μιλάμε για ένα επίπεδο στο οποίο όλη σχεδόν η γερμανία συμμετείχε στο μέτρο που αποδεχόταν τη γερμανική εθνική ταυτότητα της οποίας καταστατικό στοιχείο ήταν η εξόντωση του εβραίου, ως μέλους της αντι-φυλής. Επιπλέον, όταν υποστηρίζουμε ότι η αντισημιτική ιδεολογία ενσωματώθηκε στη γερμανική ιδεολογία δε μιλάμε για μια σειρά ενσυνείδητων συγκεκριμένων σκοπών (πχ την εξόντωση των εβραίων) που γενικά κι αφηρημένα ενεργοποιήθηκε στα μυαλά των Γερμανών. Αντιλαμβανόμαστε την ιδεολογία όχι με ένα τόσο στενό ορισμό, που ίσως εν τέλει να αποδείκνυε ότι οι γερμανοί φονιάδες ήταν μόνο… 1-2 εκατομμύρια, αλλά με έναν πολύ ευρύτερο ορισμό που θα μας βοηθήσει να προσεγγίσουμε το πώς φτάσαμε σε αυτήν την τεράστιας κλίμακας και αποδοχής εβραϊκή γενοκτονία. Ο Dominick LaCapra σωστά έχει προτείνει τη διάκριση των ατομικών σκοπών και κινήτρων από την ιδεολογία ως γενικό πολιτισμικό πλαίσιο, έναν ορίζοντα νοημάτων[5]. Αυτό πιστεύουμε ορίζει και ο Καστοριάδης ως κοινωνικό φαντασιακό που δημιουργεί… και το οποίο «δεν μπορούμε να το σκεφτούμε παρά μόνο ως τη δημιουργική ικανότητα του ανώνυμου συλλογικού, το οποίο πραγματώνεται κάθε φορά που οι άνθρωποι συναρθρώνονται»[6]. Οι γερμανοί που έφεραν εις πέρας την «τελική λύση» ήταν οι λεγόμενοι μέσοι πολίτες, «συνηθισμένοι υπάλληλοι με μια ασυνήθιστη δουλειά» (Emil Fackenheim) ή «πρόθυμοι δήμιοι του Χίτλερ» όπως τους έχουν χαρακτηριστεί από άλλους (Goldhangen). «Αυτοί που έδιναν τον τόνο ήταν συνηθισμένοι ιδεαλιστές, απλώς τα ιδανικά τους ήταν τα βασανιστήρια και οι δολοφονίες». Όποια σφαγή κι αν έχει ερευνήσει κανείς στην ανθρώπινη ιστορία, εδώ, με τους γερμανούς θα πέσει σε ένα σκόπελο. Η πλατιά συμμετοχή του γερμανικού λαού όλων των τάξεων και των ηλικιών είναι αναμενόμενη στάση για την καθεμία μας που ψάχνει σοβαρά την ιστορική αυτή περίοδο. Με αυτή την έννοια, η γερμανία ήταν πρότυπο πολιτισμικό μοντέλο. Οι γερμανοί μπορούσαν να δουλεύουν όλη μέρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και έπειτα να πάνε σπίτι τους για να διαβάσουν Σίλερ και Γκέτε, ενώ άκουγαν Μπετόβεν.

Για ένα μόνο λόγο μεθοδολογικά πρέπει να επικαλεστεί το πεδίο κατανόησης των φαντασιακών σημασιών: επειδή «δεν αντιστοιχούν σε και δεν εξαντλούνται από αναφορές σε ορθολογικά ή πραγματικά στοιχεία και επειδή έχουν τεθεί δια δημιουργίας». Και είναι πάρα πολύ κοινωνικές, από την άλλη, αυτές οι φαντασιακές σημασίες καθώς: «δεν υπάρχουν παρά μόνο γιατί τις θεσμίζει και συμμετέχει σε αυτές ένα απρόσωπο κι ανώνυμο συλλογικό»[7]. Στην περίπτωση του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού, για παράδειγμα, έχουμε την πρώτη σοβαρή νομοθεσία για να αντιμετωπιστεί το οικολογικό ζήτημα και αυτή η αγάπη για τη φύση, τη γεωργία, τα ζώα (των οποίων ο βασανισμός απαγορεύεται δια ροπάλου) συνδυάζεται παραδόξως πολύ εύκολα και άνετα με το αξίωμα ότι ο εβραίος αποτελεί ζωύφιο και πρέπει να τον εξολοθρεύσουμε. Αυτή η αντίληψη δεν μπορεί σαφώς να εξαντληθεί σε αναφορές του γερμανικού παρελθόντος (πχ γερμανικός ρομαντισμός, αντι-μοντέρνες τάσεις της γερμανικής αγροτικής τάξης, επιστημονικοποίηση των θεωριών της φυλής κτλ) γιατί πολύ απλά ο γερμανικός ρομαντισμός δεν αποφέρει επαγωγικά το συμπέρασμα πως ο εβραίος αποτελεί ένα υπό εξολόθρευση ζωύφιο. Εξάλλου, αυτή η σύλληψη δεν αντιστοιχεί σε καμία άλλη σύλληψη καθώς καμία άλλη τέτοια σύλληψη δεν οδήγησε σε ένα Άουσβιτς. Έτσι, στην ερώτηση «Τι συνέχει το Άουσβιτς;» η απάντηση δεν μπορεί ποτέ να είναι η εξής: κάποιες εκατοντάδες αξιωματικοί των SS, που έχουν διαβάσει γερμανούς ρομαντικούς και επηρεάστηκαν από τον τάδε συγγραφέα ή μικροί είχαν το τάδε βίωμα ή ως σύνολο εκπαιδεύτηκαν έτσι ή είχαν την εντολή να κάνουν όσα έκαναν και άρα η προσωπική τους ψυχοσύνθεση δεν αναμειγνυόταν στις δράσεις τους κοκ. Εύλογα απέναντι σε μια τέτοια απάντηση προκύπτουν χιλιάδες μοριακά γιατί, τα οποία δεν μπορούν να συνυπολογιστούν και να δώσουμε μια τελική απάντηση τόσο γιατί α) τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι άπειρα, δηλαδή δίχως καθορισμένο αριθμό και δεύτερον β) γιατί τα ερωτήματα που προκύπτουν δεν είναι ποσοτικοποιήσιμα και αριθμήσιμα, αλλά ποιοτικά και για αυτό μη προσπελάσιμα (δεν αντιπαρατίθενται αλλά ξεπερνούν τα όρια αυτού του λόγου). Συγκεκριμένα, γιατί ο Χίτλερ δε βοηθά τον πόλεμο που διεξάγει στην ΕΣΣΔ, κάτι που θα τον βοηθήσει μακροπρόθεσμα και τον έχουν ειδοποιήσει για αυτό, αλλά προτιμά να αφιερώνει τις δυνάμεις του στο μάζεμα των εβραίων; Δεύτερον, γιατί οι Ναζί καταφεύγουν στην άσκοπη (μη χρηστική) βία μέσα στα στρατόπεδα; Τρίτον, γιατί οι γερμανοί πολίτες καταδίδουν γερμανοεβραίους πολίτες με τέτοια μανία, σε πολλές περιπτώσεις, δίχως κανένα σημαντικό όφελος και σε σημείο που να έχουν συλληφθεί περισσότεροι εβραίοι λόγω κατάδοσης από γερμανούς πολίτες παρά από την υπηρεσιακή έρευνα της Γκεστάπο; Τέταρτον, πέμπτον… κοκ.

Ακόμη και στο Άουσβιτς, βέβαια, και σε όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα μπορούμε να ερευνήσουμε στοιχεία τους μέσω της έρευνας των σχέσεων αιτίας-αποτελέσματος. Για παράδειγμα, για την επιτάχυνση των σκοπών της εξόντωσης των εβραίων γνωρίζουμε σήμερα εκ του αποτελέσματος ότι θανατώνονταν πάνω από χίλιοι εβραίοι την ημέρα στους θαλάμους αερίων σε ορισμένα στρατόπεδα. Πρόκειται για ένα στοιχείο που πέρασε στην τυπική ορθολογικότητα της… δουλειάς των ναζί. Από την άλλη, «τα φαινόμενα τα οποία παρατηρούμε μπροστά μας, προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε μέσα από τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Αυτές οι ερμηνείες είναι ασφαλώς πολύτιμες αλλά είναι πάντα μερικές. Γιατί; Διότι έχουν σημασία μόνο στις περιπτώσεις όπου τα φαινόμενα εκλαμβάνονται (οι ίδιες οι αιτίες δίνουν τα αποτελέσματα), αλλά δεν μπορούν να ερμηνεύσουν τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάδυση νέων μορφών»[8]. Και εδώ είναι ακριβώς το ζήτημα. Σίγουρα κανείς δεν έφτιαξε ποτέ ξανά στην ιστορία μια βιομηχανία θανάτων, μέσω θαλάμων αερίων και κρεματορίων, μέσα στην οποία να εφαρμόσει αυτά τα στοιχεία… τυπικής ορθολογικότητας (δολοφονία χιλίων ανθρώπων την ημέρα, επειδή αυτοί χαρακτηρίζονται από αυτούς που διευθύνουν τους θαλάμους αερίων ως «εβραίοι»).

Για να δημιουργήσουν οι ναζί το Άουσβιτς δεν ήταν αρκετό να αντιγράψουν, να καταφάσκουν, να μιμηθούν προηγούμενα συστήματα εξόντωσης, είτε αυτά ανήκαν στην αγγλική αποικιοκρατία είτε στον Jenkins Han. Επίσης, δεν ήταν αρκετό να τα αποκλείσουν όλα αυτά.

«Δημιουργώ δε σημαίνει αρνούμαι τα άπειρα αυτά που δεν θέλω να δημιουργήσω× ούτε αρνούμαι ορισμένους καθορισμούς. Εύκολα μπορούμε να πειστούμε γι αυτό× αρκεί να πάρουμε στην τύχη έναν καθηγητή φιλοσοφίας και να τον κάνουμε να αρνηθεί όλα τα συστήματα και να περιμένουμε να παραγάγει μια πρωτότυπη σκέψη. Το καθορισμένο κενό είναι εκ των πραγμάτων ακαθόριστη και καθορίζουσα θέση. Αυτό σημαίνει ότι η πρωτότυπη έκφραση είναι αρχή, και με τα τρία νοήματα του όρου: είναι, γίνεται και αφήνεται να γίνει γνωστή εκκινώντας από τον εαυτό της»[9]. Ειπώθηκε εδώ ότι δημιουργία σημαίνει μια ριζικά νέα μορφή που αναδύεται ex nihilo. Ας εξηγήσουμε αυτούς τους δύο όρους καλύτερα. Τι σημαίνει ριζικά καινούργια μορφή; Σημαίνει μια μορφή που δεν έχει επαναληφθεί και δεν μπορέσαμε να προβλέψουμε ότι θα υπάρξει. Το Cyclon B που ξέσχισε τους πνεύμονες ενός εκατομμυρίου ανθρώπων στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς πράγματι έφερε στον κόσμο μια συνθήκη που δεν είχε επαναληφθεί και που κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει. Η έννοια του ex nihilo δεν αρνείται το βάρος της παράδοσης, της προηγούμενης υπαρκτής μορφής θέσμισης. «Το καινούργιο δημιουργείται βέβαια πάντα μέσα σε κάτι που ήδη υπάρχει πάντα και χρησιμοποιώντας στοιχεία απ’ αυτό που υπάρχει ήδη, αλλά ως μορφή είναι κάτι καινούργιο κι αυτή η μορφή (μορφή δεν σημαίνει μόνο φιγούρα, σημαίνει και οργανική ενότητα ανάμεσα σε αυτό που, αν τολμώ να πω, υπάρχει σε όλες τις στρωματώσεις πίσω από αυτό που φαίνεται) είναι κάτι που προέρχεται εκ του μηδενός»[10]. Το ex nihilo δε σημαίνει ουρανοκατέβατο, όπως απλοϊκά ερμηνεύεται. Απλώς επισημαίνει το ότι η συνάρθρωση των αναγκαίων επιμέρους στοιχείων δεν είναι ικανή για να περιγράψει το πώς και το γιατί της νέας δημιουργίας. Αν συνέβαινε αυτό (δηλαδή, όπως λένε οι blötmachen, αγγλική αποικιοκρατία συν λίγοι αντισημίτες γερμανοί αξιωματικοί με προβλήματα δημογραφικού στο κράτος τους, συν καταστολή των εργατών και των απείθαρχων της τάξης ίσον Άουσβιτς), τότε θα μπορούσαμε να αναπαράγουμε το Άουσβιτς με την επανάληψη των δήθεν αντικειμενικών του συνιστωσών.

Κι αν μπορούσαμε να το αναπαράγουμε και να το συγκρίνουμε, και επομένως να το υποτιμήσουμε στην κλίμακα πολλαπλών σειρών γεγονότων, δε θα ήταν δημιουργία. Οι ανθρώπινες δημιουργίες και εννοούμε μέσα σε αυτές και τις καταστροφές, όπως το Άουσβιτς, δε συγκρίνονται γιατί αποτελούν μη συγκρίσιμα μεγέθη. Ένα από αυτά που μπορείς να κάνεις είναι η απομόνωση αιτιών και αποτελεσμάτων και η εξέτασή τους μέσα στα πλαίσια μιας γενικής μακροανάλυσης, η οποία βέβαια από την άλλη δεν θα έχει και δεν μπορεί να έχει αξιώσεις πλήρους κατανόησης. Ο Καστοριάδης, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο μόνον, αποπειράθηκε και μάλιστα πολλάκις να συγκρίνει, με το κριτήριο της ολοκληρωτικής θέσμισης, το Άουσβιτς και τα Γκούλαγκ, παρομοιάζοντάς τα, και με το κριτήριο της μοναδικότητας αντίστοιχα το Άουσβιτς και τη δημιουργία/ καταστροφή της κλασικής Αθήνας, αντιπαραθέτοντάς τα[11]. Θα αναζητήσουμε τις προβληματικές μιας τέτοιας πρακτικής αργότερα.

Ταξινομείται το Άουσβιτς;

Φυσικά, η τάση των ανθρώπων να εξομοιώνουν ή να διαφοροποιούν καταστάσεις με βάση λογικά στοιχεία υπάρχει σχεδόν όσο υπάρχει ανθρώπινη σκέψη και δεν είναι καθαυτή επιλήψιμη ή κάτι άλλο. Η ταξινόμηση είναι προϋπόθεση της σκέψης. Επίσης, μετά τη δεκαετία του 50’ και του 60’ είδαμε την άνοδο της τάσης δύο επιστημονικών κλάδων, της κοινωνικής ανθρωπολογίας καθώς και των μετααποικιακών σπουδών, οι οποίοι καθόλου ξένοι δεν μας είναι και οι οποίοι έθεσαν νέους επιστημονικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς στο πως και το γιατί της κατεστημένης ως τότε ιστορίας και ανθρωπολογίας, προσφέροντας μια κριτική (συχνά εμπειρική) εποπτεία των γενικών οικουμενικών κριτηρίων ανάλυσης για τον πολιτισμό. Οι στόχοι τέτοιων εποπτειών ανέδειξαν την πολιτισμική ιδιαιτερότητα των διάφορων κοινωνικών παραδειγμάτων και τη λειτουργικότητα της συγκριτικής μεθόδου κατά την εξέταση κοινωνικών συστημάτων. Πέτυχαν, έτσι, μια αναζωογόνηση της μεθοδολογίας της ιστορίας και, συνεπώς, μια «αναζωπύρωση» των ζητημάτων της ιστορίας. Οι επιστημονικοί αυτοί κλάδοι σε μεγάλο βαθμό ακολουθούσαν όμως ζώσες κινηματικές ιστορίες: τα αντιαποκιοκρατικά κινήματα και το γυναικείο κίνημα. Αν το κίνημα κατήγγειλε πως οι γυναίκες ήταν ως τότε αποκλεισμένες από την ανδρική ιστορία, π.χ., οι ιστορίες και οι ανθρωπολογίες του φύλου, χρόνια αργότερα, θα ξεκινούσαν το ξαναδιάβασμα της ιστορίας θέτοντας πια αυτή την κριτική ματιά σε όλη τη γνωστή σε εμάς ιστορία ως τότε. Και πλέον, 30-50 χρόνια μετά από αυτές τις προσπάθειες – και εν απουσία κινημάτων πια – προλάβαμε να εμπεδώσουμε και τις άσχημες πλευρές αυτής της παραδειγματοποίησης όλης της ιστορίας, με το Άουσβιτς να τίθεται δίπλα στην πιο ασήμαντη καταστροφή και της θεώρησης του λόγου περί μοναδικότητας ως… υπερβολικού. Έτσι, ο Αντόρνο από νωρίς παρατήρησε την κατάντια αντιμετώπισης του Άουσβιτς ως απλού ιστορικού επεισοδίου, προβλέποντας και το ειδύλλιο και ταύτιση των απογόνων των σπουδών αυτών με την κυρίαρχη πολιτική μνήμη την οποία από νωρίς είχαν καταγγείλει και πολλοί επιζώντες, όπως ο Αμερύ. Η επιστήμη δούλεψε σαν αφομοιωτικός ιδεολογικός μηχανισμός, βέβαια, γιατί η επιστήμη δεν μπορεί να αξιολογήσει, ενώ παράλληλα είναι και αλεργική προς αξιώματα, τα οποία ο καθένας και η καθεμιά θα μπορούσαν και θα έπρεπε να καταλήξουν μετά τη γνώση ενός Άουσβιτς. Ο Αντόρνο παρατηρούσε τέτοια προβλήματα έχοντας το ένα πόδι του στην εξόριστη ταυτότητα του ως γερμανοεβραίου και το άλλο στην ακαδημία/κοινωνιολογία: «Η ταξινόμηση είναι προϋπόθεση της γνώσης, όχι η ίδια η γνώση, και η γνώση διαλύει με τη σειρά της την ταξινόμηση»[12]. Γιατί, από τη στιγμή που το Άουσβιτς υπήρξε ως μέγεθος, αξία, αποτέλεσμα σωρευτικής γνώσης και ηθική κρίση, δεν μπορεί παρά να επαναπροσδιορίσουμε και τα στοιχεία του κρίνειν με τα οποία το διαυγάζουμε. Με απλά λόγια, μακράν του να προκαλέσει το Άουσβιτς μια επιστημολογική τομή αυτοκατάργησης ή σαρωτικής επανασύλληψης των επιστημών, απλώς ενσωματώθηκε προσθέτοντας μιαν ή δύο ακόμα επιστημονικές κατευθύνσεις στον κόσμο. Αυτοί που δεν το προέβλεψαν, μέσα στην ακαδημία, τη φιλοσοφία, τις κοινωνικές επιστήμες, μας είπαν ότι θα προβλέψουν και ότι θα αποτρέψουν το επόμενο.

Το «μάθετε αυτό που συνέβη, μην ξεχνάτε και, ταυτόχρονα, δε θα μάθετε ποτέ» είναι ένα αξίωμα ξένο για τη δυτική επιστήμη που βιάζεται να ταξινομήσει και να πασάρει για πολιτική χρήση τα συμπεράσματα της. Τα παράδοξα αυτά δεν ξεκίνησαν πάντως από τις επιστήμες της ερμηνείας των κοινωνικών συμπεριφορών αλλά μάλλον από την ίδια τη νομική η οποία πέρασε από την πρώτη της παραδοξότητα επαφής με το έγκλημα, διαπιστώνοντας ότι δεν είχε νόμους να το δικάσει διότι το έγκλημα ήταν «δίχως προηγούμενο». Με βάση αυτό το σκεπτικό η Χάνα Άρεντ δήλωνε πως για το έγκλημα των εγκλημάτων, τη Shoah, δεν θα υπάρξει ποτέ κατάλληλη και επαρκής τιμωρία. Κι αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα για το πως παραβίαζεται το σκεπτό, η αλληλουχία π.χ. μεταξύ εγκλήματος και τιμωρίας. Πως μπορεί να τιμωρηθεί δηλαδή κάποιος που κατέστρεψε το συνεχές της εβραϊκής ιστορίας στον κόσμο, που καθόρισε τις ζωές εκατομμυρίων από την αναγκαστική τους αναφορά έπειτα σε αυτή και μόνο τη σειρά γεγονότων που ονομάζεται Shoah;

Επιπλέον σωστά έχει τεθεί από τον Αντόρνο, πάλι, ότι η λογική των ναζί ήταν unreasonable, μη λογική, παράλογη, καθώς πρόδωσε ακόμη και το στάδιο στο οποίο ο αστικός λόγος είχε καταντήσει, αυτό της ανταλλαγής. Οι ναζί κατήργησαν, σε αντίθεση με όσα πιστεύουν οι σημερινοί απολογητές τους – που βιάζονται να εξισώσουν τη φιλελεύθερη ολιγαρχία του Τσόρτσιλ και το σταλινικό ολοκληρωτισμό με το ναζισμό του Χίτλερ – «το μέσο έκφρασης της παραδοσιακής αστικής ευφυΐας, τη συζήτηση»[13]. Και εδώ πρόκειται περί ενός αξιώματος το οποίο είναι καθοριστικό για την πολιτική δράση μας και το μέλλον – αξίωμα που ποτέ δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί με όρους επιστημονικής επαλήθευσης. Για να το πούμε απλά: οι Φασίστες δεν παίρνουν από λόγια. Στον χίτλερ δεν θα είχε νόημα να πει κανείς «Έχετε άδικο» αλλά θα ήταν ικανό και αρκετό να πει «Θα σας σκοτώσω!»[14]. Οι ναζί, από κάθε άποψη, δε συζητούν: αρκούνται να βγάλουν τα όπλα τους. Αν είναι, λοιπόν, να ταξινομήσουμε το Άουσβιτς ανάμεσα σε άλλους ολοκληρωτισμούς, μοναδικό κίνητρο οφείλουμε να αναδείξουμε την αντιφασιστική μας σκέψη και δράση και όχι έναν ισοπεδωτικό και επιπόλαιο, απολογητικό του φασισμού, ‘επιστημονικό’ ή ‘επαναστατικό’ χαρακτήρα. Οι αναθεωρητές καραδοκούν και, δυστυχώς, είναι έτοιμοι να τους ακούσουν όλοι όσοι χαρακτηρίζουν την έκφραση της εμπειρίας της Shoah ως υπερβολή.

Ας μην υπερβάλλουμε

 «Τότε για πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβρι, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών, είδαμε την πραγματικότητα. Είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δε γίνεται να πάμε. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δε μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια μας, τα μαλλιά μας […]. Θα μας στερήσουν και το όνομά μας: κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί με αυτό να σώσουμε κάτι από μας, κάτι από αυτό που υπήρξαμε»[15]

Αυτό που ο αναθεωρητής της Shoah, επαναστάτης ή μη, ονομάζει λοιπόν ειρωνικά «μεταφυσική» και «συναισθηματικό εκβιασμό», ο μετριοπαθής συνομιλητής το ονομάζει «υπερβολή». Ας μην υπερβάλουμε για τον αντισημιτισμό. Ας μην υπερβάλουμε για τη Shoah. Πρόκειται για την ίδια μετριοπάθεια που οι οξυδερκείς και cool πολιτικοί αναλυτές πρότασσαν προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ισχυριζόμενοι ότι ο Χίτλερ δε θα μπορέσει να ανέβει στην εξουσία γιατί οι ακρότητές του δε συνάδουν με τα συμφέροντα της α’ ή της β’ πλευράς της αστικής τάξης και του κεφαλαίου. «Αν ο Χίτλερ ήταν ‘εναντίον του πνεύματος και απάνθρωπος’», υπήρχε όμως και ένα άλλο πνεύμα που αποδείχτηκε απάνθρωπο, «γνώρισμα του είναι η καλά ενημερωμένη ανωτερότητα». Πρόκειται για τη βλακεία του να είσαι έξυπνος ή, μετά το Άουσβιτς, για τη σκέτη βλακεία. Ισχυρίζονταν, επίσης, ότι ο αντισημιτισμός δεν μπορεί να αποτελέσει κινητήρια δύναμη των γερμανικών πάντσερ. Κι όμως. Η υπερβολή ήταν με την πλευρά των ναζί και όχι των επικριτών τους.

Σε όποιον μιλάει για την εβραϊκή γενοκτονία, κάποιος θα πεταχτεί για να πει, με το ύφος του κυνικού παντογνώστη, ότι «πάντα έτσι ήταν τα πράγματα».

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, θα καταλογιστεί υστερία.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, θα του καταλογιστεί πως «θέλει να κάνει τον σπουδαίο, να διεκδικήσει το προνόμιο του ξεχωριστού» ενώ το αντικείμενο της διαμαρτυρίας του θεωρείται πασίγνωστο και κοινότοπο, «και δεν μπορεί κανείς να απαιτεί από κανέναν να σπαταλάει δυνάμεις ενδιαφερόμενος για αυτό».

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, επιβάλλεται η σιωπή που έχει ανάγκη το προφανές της καταστροφής, και αυτό ακριβώς συμφέρει και όσους διεξήγαν ή δικαιολόγησαν την καταστροφή.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αναγνωρίζεται ένα δίκιο, αλλά επιφανειακό μιας και αυτός που το έχει, δεν έχει δικαίωμα να το αναλύσει.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, καταλογίζεται η κακή προφητεία, η βία του λόγου, η ζοφερή δυστυχία – αυτά ακριβώς που στο Άουσβιτς θριάμβευσαν.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, θα του καταλογιστεί πως δεν αντιλαμβάνεται το ότι η ιστορία δεν αλλάζει και είναι γεμάτη τέτοιες καταστροφές και ιστορίες πόνου. Ακόμη κι αν είναι πρόδηλο πως θάλαμοι αερίων με εντομοκτόνα δεν υπήρξαν πουθενά και πως άνθρωποι δεν «έφευγαν» ποτέ από τις καμινάδες.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αντιτείνεται ένας οπτιμισμός, λες και η ιστορία και η επαναστατική κουλτούρα συνέχισε άθικτη παρά τα στραβοπατήματά της. Το να ταχθείς στο πλευρό των τελευταίων των τελευταίων, το να αναχαιτίσεις το έσχατο, πλέον αποτελούν μακρινοί στόχοι ενός κοινωνικού – πολιτικού – φιλοσοφικού κινήματος που στην καρδιά του πλέον δεν ζει ούτε ο φιλοσοφικός στοχασμός, ούτε η πολιτική πράξη αλλά ούτε και η κοινωνική συνείδηση της δυστυχίας. Το Άουσβιτς για αυτούς ήταν ένα σταμάτημα της ανθρώπινης προόδου ενώ για εμάς τους υπόλοιπους, η κορύφωση της.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, του καταλογίζεται πως μιλάει για ποσότητες ενώ ακριβώς η Shoah είναι που μετέτρεψε την ποσότητα της καταστροφής σε ποιότητα. Τώρα, ξέρουμε ότι υπάρχουν χειρότερα πράγματα να περιμένει κανείς από τον θάνατο. Και πως η ζωή δεν θα είναι ποτέ ίδια μετά απ’ αυτό.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αντιτείνεται πως η πάλη των τάξεων παραμένει ανεπηρέαστη καθώς ίσως να έφταιγαν και λίγο οι εβραίοι για την εξολόθρευση που υπέστησαν, καθώς ίσως η πάλη των τάξεων μπορεί να «ρουφήξει» κι αυτό το ιστορικό επεισόδιο μέσα στην τροχιά που έχει ενσωματώσει κι άλλα.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αντιτείνεται πως η παραγωγή συνεχίζει να διεξάγεται, οι ολοκληρωτισμοί συνεχίζουν να υπάρχουν, επομένως και η «παλιά, καλή» εκμετάλλευση. Όμως, κι η υλική παραγωγή είναι διφυής επίσης: «Υπάρχουν γνωρίσματα κοινά σε όλα τα στάδια της παραγωγής, που η σκέψη προσδιορίζει ως γενικά. Οι λεγόμενες όμως γενικές προϋποθέσεις κάθε παραγωγής δεν είναι παρά… αφηρημένα στοιχεία, με τα οποία δεν γίνεται κατανοητό κανένα πραγματικό ιστορικό στάδιο παραγωγής» (Grundrisse, Marx). Έτσι, και η βία έχει αυτό το διφυή χαρακτήρα. Υπάρχουν γνωρίσματα κοινά σε όλα τα στάδια της βίας (από τον Jenkins Han ως τους ναζί). Οι λεγόμενες όμως γενικές προϋποθέσεις κάθε βίας δεν είναι παρά… αφηρημένα στοιχεία, με τα οποία δεν γίνεται κατανοητό κανένα πραγματικό ιστορικό στάδιο βίας (από τον Jenkins Han ως τους ναζί). Αυτή είναι και ένα βασικό σφάλμα της θεωρίας των ολοκληρωτισμών της Arendt. Για εμάς, η εξίσωση σταλινισμού και ναζισμού πρέπει να ειδωθεί μόνο από την πλευρά των κρατουμένων του Άουσβιτς. Εκεί μέσα τους έβαλαν οι πρώτοι, από κει μέσα τους έβγαλαν οι δεύτεροι.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah αντιτείνεται πως προκαλεί την αιδώ (!) όπως προφήτευε κι ο Πρίμο Λέβι, πως υπερβάλει, πως θα έπρεπε να μιλάμε και για τους κομμουνιστές που πέθαναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, πως θα έπρεπε να μιλάμε και για τη γενοκτονία των Ινδιάνων στις ΗΠΑ. Αφενός, πράγματι υπήρξαν κι άλλες γενοκτονίες, πολύ σημαντικές και οδυνηρές, όπως αυτή εναντίον των Αρμένιων ή στην Καμπότζη που διεξάχθηκε από τον Πολ Ποτ, στη Ρουάντα, στο Σουδάν ή και αλλού, ωστόσο καμιά από αυτές τις γενοκτονίες δεν συγκέντρωσε όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά (πχ ότι οι εβραίοι κυνηγήθηκαν για το εβραϊκό τους αίμα, ότι σώθηκαν αυτοί που δεν έγιναν αντιληπτοί, ότι η γενοκτονία εις βάρος τους ήταν αυτοσκοπός παρά μέσο για κάποιον άλλο σκοπό, ότι θύτες ήταν κάποιοι συνηθισμένοι πολίτες). Κι αυτό έχει νόημα να τονίζεται, όχι για λόγους ανταγωνισμού της μνήμης, αλλά ανάδειξης όπως είπαμε του είδους (κι όχι του γένους). Δεν είναι ψέμα εξάλλου ότι πάρα πολλοί είναι οι εβραίοι και οι ισραηλινοί που αναδεικνύουν συχνά στα κείμενά τους και τις οργανώσεις τους τα δεινά των Αρμενίων το 1915 στην Τουρκία, τα σημερινά δεινά των Σουδανών από την εξελισσόμενη γενοκτονία στο Νταρφούρ κοκ[16]. Αφετέρου, όλα αυτά είναι αισχρές δικαιολογίες, μιας και κανείς από όλους αυτούς που επικαλούνται όλες αυτές τις σφαγές, δε μίλησε ποτέ για τους Ινδιάνους ή τους Αρμένιους και απλώς αυτό το επιχείρημα αποτελεί ένα σόφισμα για να σου αντιπαρατεθεί. Εν ολίγοις, ποσώς κόπτεται για τους Αρμένιους («και τους Αφρικάνους» που έλεγαν ειρωνικά και οι blötmachen με ρατσιστικό υπονοούμενο). Οι blötmachen απευθύνουν κατηγορίες πως δεν ασχολούμαστε υποτίθεται με άλλα ζητήματα πέραν του εβραϊκού (υπονοώντας πως είμαστε πράκτορες;), πως ασχολούμαστε συγκυριακά με το ζήτημα, πως δε μιλάμε για άλλες γενοκτονίες. Αλλά όπως θα δει κάποιος στα τεύχη τους, κανείς τους ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να γράψει κάτι στο έντυπο τους για αυτές τις γενοκτονίες που μας αναφέρουν αλλά ούτε καν και για το θέμα του ρατσισμού εναντίον των μεταναστών στην ελλάδα.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αντιτείνεται ο λόγος περί αντικειμενικότητας πάνω στο πεδίο της ιστορίας. Ωστόσο, ο αφηρημένος αυτός λόγος δε βοηθά την πρόσβαση στο απτό αλλά απλώς βοηθά στην εξάπλωση της ομίχλης γύρω από αυτό. Ο αφηρημένος και γενικός λόγος δεν είναι ουδέτερος. Έχει ήδη ταχθεί κατά του συγκεκριμένου!

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αντιτείνεται πως σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις βρέθηκε ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο στην ιστορία (λέγε το πρεκαριάτο, κογκνιταριάτο και όπως αλλιώς θες) αλλά την ίδια στιγμή το παλιό πέθανε, ό,τι έγινε στο παρελθόν ανήκει πολύ απλά στο παρελθόν. Θα υμνήσουμε και θα επενδύσουμε τώρα στα νέα φερέλπιδα υποκείμενα. Η καινοτομία θριάμβευσε, το παρελθόν είναι κουραστικό. Αντιτείνεται αυτή η σχιζοειδής κατάσταση μέσα στην οποία βιώνεις ένα συνεχές κινηματικό παρόν και ένα συνεχές ανεπεξέργαστο κοινωνικό παρελθόν. Αν προβείς σε επεξεργασία της μνήμης, θα την ενσωματώσεις αυτούσια όπως έχει χαραχτεί στην επίσημη ή εναλλακτική ιστορία, και αν την αλλάξεις θα το κάνεις μόνο και μόνο για να στιλιζάρεις το κινηματικό παρόν.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αντιτείνεται το ισοδύναμο της καταστροφής της κλασικής Αθήνας και ίσως, απλά, «η βαθμολογική αύξηση του τρόμου». «Μην υπερβάλλετε. Ας ηρεμήσουμε!».

Η μνήμη στον αντιφασισμό μας

Πως μπορεί η σύγκριση να μην είναι καταχρηστική; Όταν μας βοηθά να ρίξουμε περισσότερο φως στις καταστροφές του παρελθόντος. Η θύμηση της Shoah δεν αποτελεί κομμάτι μιας μνήμης που μηρυκάζει και υπολογίζει και μετρά αλλά, αντιθέτως, αναδεικνύει και εξυψώνει και κατατρύχει. Σε μια από τις επαφές μας με το Café Morgenland, μας φανερώθηκε για πρώτη φορά η διάκριση ανάμεσα σε κοινωνίες προ του Άουσβιτς και μετα-Άουσβιτς κοινωνίες. Η ενσυνείδητη ακρίβεια αυτών των λέξεων αποδεικνύεται στο ότι η μνήμη γύρω από τη Shoah δε γυρεύει την ανταγωνιστικότητα της θυματοποίησης αλλά την ανάδειξη της πρωτοκαθεδρίας του τρόμου του συστήματος το οποίο κάποτε, 60 χρόνια πριν, εφαρμόστηκε στην πολιτισμένη Ευρώπη και σήμερα απομεινάρια συνεχίζουν να ζουν. Η μνήμη αυτή, έτσι, δεν είναι καταχρηστική.

Λόγω της ελληνικής μας κοινωνικοποίησης καταφέραμε να υπολογίζουμε τις καταστροφές και να μη τις αναλογιζόμαστε, να μη τις στοχαζόμαστε. Ο λόγος περί της Shoah στην ελλάδα θα γυρνάει πάντοτε στο στίγμα της υποτιθέμενης θυματοποίησης του έλληνα. Αυτονομία εδώ θα σήμαινε να γνωρίζεις πως λειτουργεί η ψυχική οργάνωση της μάζας στην οποία έχεις κοινωνικοποιηθεί, σα στοιχείο εθνικής ταυτότητας. Αυτό θα ονόμαζε ο Αντόρνο αρνητική δουλειά της σκέψης. Στην ελλάδα, δεν μπορείς να ακούσεις για «άλλες» καταστροφές – η «δικιά σου» υπερισχύει όλων των άλλων που άμεσα θεωρείται ότι προσπαθούν να σε ανταγωνιστούν. Αυτή την αίσθηση την έχει ενσωματώσει και η ελληνική ριζοσπαστική αριστερά, αφού είναι θεμελιωδώς ελληνική.

Ωστόσο, η Shoah καταγγέλλει ακόμη κι αυτό που προ-υπήρξε αυτής. Στη Shoah οφείλουμε την ταυτότητα που υπήρξε στη μη ταυτότητα των πραγμάτων. Γιατί, αυτή άλλαξε (ή θα έπρεπε να αλλάξει) τα κριτήρια της πίστης στην πρόοδο, το θεό ή την επανάσταση, άλλαξε τα κριτήρια με τα οποία ερμηνεύουμε, αναγιγνώσκουμε αυτό που υπήρξε.

Σε όποιον μιλάει για τη Shoah, αντιτείνεται εν τέλει η «ψυχρόκαρδη καθαρή θεώρηση» όπου το συναίσθημα δεν αποτελεί επιχείρημα αλλά συναισθηματικό εκβιασμό. Αυτή η θεώρηση «αδυνατεί να αντιληφθεί, μαζί με την ειδοποιό διαφορά του νεότατου από το προηγούμενο, την αληθινή ταυτότητα του όλου, του χωρίς τέλος τρόμου»[17]. Ο τρόμος έχει ήδη νικήσει και αυτός είναι μάλλον η ολότητα, παρά η αέναη παραγωγή και η πάλη των τάξεων.

Είμαστε 70 σχεδόν χρόνια μετά και το σημαντικότερο συμπέρασμα σίγουρα δεν είναι μια επανάσταση που αναβλήθηκε επαόριστον. Δεν θα πούμε σε κανέναν τι να πιστεύει και σε τι να ελπίζει. Στις μετα-Άουσβιτς κοινωνίες μας, όμως, πρέπει να είναι ξεκάθαρο πως η μνήμη δεν βυθίστηκε μαζί με το παρελθόν, πεινασμένη, σα τίγρης, τριγυρνάει στο παρόν. Πρέπει να μην ξεχνάμε, να θυμόμαστε με ακρίβεια.

Stepanyan TSP, Φεβρουάριος 2007


[1] Οι χώροι του ανθρώπου – Κορνήλιος Καστοριάδης (Ύψιλον), σ.125-7.

[2] Η άνοδος της ασημαντότητας – Κορνήλιος Καστοριάδης (Ύψιλον), σ.105.

[3] Σχετικά με τη (φερέλπιδα) συλλογικότητα tristero και την (απελπισμένη) διάλυσή της (Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 05’ – μπορεί να βρεθεί στο http://terminal119.gr/cgi-bin/load.cgi?brossure_tristero.zip )

[4] Blötmachen: “αυτοί που κάνουν βλακείες” ή “αυτοί που κατασκευάζουν βλάκες” (την επιλογή την αφήνουμε στον αναγνώστη και στους ίδιους).

[5] Representing the Holocaust: History, Theory, Trauma – Dominick LaCapra (Ithaca, New York: Cornell University Press, 1994), σ.220 και Catastrophe and Meaning: the Holocaust and the Twentieth Century – Edited by Moishe Postone and Eric Santner (Chicago and London: The University of Chicago Press) σ.87.

[6] Η άνοδος της ασημαντότητας – Καστοριάδης, σ.152

[7] Οι χώροι του ανθρώπου – Καστοριάδης, σ.118.

[8] Του Κορνήλιου Καστοριάδη – συλλογικό (Ύψιλον), σ.67-9.

[9] Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου – Κορνήλιος Καστοριάδης, από το κείμενο «Το ρητό και το άρρητο – φόρος τιμής στον Maurice Merleau Ponty» σ.171

[10] Ανθρωπολογία, Πολιτική, Φιλοσοφία – Κορνήλιος Καστοριάδης, από το κείμενο «Ψευδοχάος, Χάος και Κόσμος», σ.124.

[11] Αυτές του οι προσπάθειες δεν μπορούν να ειδωθούν έξω από την τεράστια επιρροή που του άσκησε το έργο της Hannah Arendt και συγκεκριμένα οι τρεις τόμοι της περί του «Ολοκληρωτικού Συστήματος» (εκδόσεις Ευρύαλος, στα ελληνικά εκδόθηκε μόνο ο ένας τόμος).

[12] Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού – Τέοντορ Αντόρνο (Νήσος), σ.354.

[13] Ό. π., σ.340-1.

[14] «Οι χώροι του ανθρώπου» – Καστοριάδης, από το «Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», σ. 170. Εκεί παραπέμπει ο συγγραφέας και στη σχετική συζήτηση που έχει γίνει ανάμεσα στον Hans Jonas και την Hannah Arendt.

[15] «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» – Πρίμο Λέβι (Άγρας).

[16] Σε αντίθεση με τους κυρίαρχους μύθους μάλιστα πως δήθεν οι εβραίοι θέλησαν να μονοπωλήσουν τον όρο «γενοκτονία» μόνο για τη δική τους καταστροφή, η Anti-Defamation League (ξέρετε, αυτοί οι εβραιοαμερικάνοι φιλοσιωνιστές που ελέγχουν όλο τον κόσμο με το δαχτυλάκι τους…) είναι από τους πρώτους που ενδιαφέρθηκαν πραγματικά για το Σουδάν και το χαρακτηρισμό της κρίσης ως γενοκτονίας.

[17] Φράση του Αντόρνο από τα Minima Moralia. Γενικά, στο κεφάλαιο αυτό αποπειράθηκα να μεταφέρω/επεξεργαστώ τον αφορισμό 149 με τον τίτλο «Ας μην υπερβάλλουμε» από το τρίτο μέρος του βιβλίου αυτού που γράφτηκε στα 1946-47. Το κείμενο αυτό ήταν, εξάλλου, η έμπνευση για όλο το κείμενο.

This entry was posted in old tunes and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *