Εμφύλιος τώρα, βλακείες τέλος!

image2
απέναντι από τη ΝΕΡΙΤ

Εμφύλιος Τώρα! Το σύνθημα άρχισε να εμφανίζεται τον Δεκέμβρη του 2008 κι έπειτα διαδόθηκε περισσότερο στους τοίχους της Αθήνας αλλά και άλλων πόλεων στη συνέχεια, συνοδεύοντας την αναρχική συνθηματολογία και σε συμβάντα κατά πολύ άσχετα με τον Δεκέμβρη του ’08. Αλλά ήμουν ένας από αυτούς που τους κέντρισε αυτό το σύνθημα, βάσει των εμπειρικών μου κεραιών. Αυθόρμητα έλεγα, ένιωθα, ότι ο Δεκέμβρης του ’08 μύριζε εμφυλιακά αισθήματα και έγινε διακριτός από εμφυλιακές πρακτικές που υιοθέτησαν οι συμμετέχοντες της εξέγερσης όσο και οι αντίπαλοι τους. Σε διαδηλώσεις και διαλόγους του καθημερινού μπορούσε κανείς να οσμιστεί μια βαθιά τομή του ελληνικού κοινωνικού σώματος στα δύο, ενός μειοψηφικού κομματιού με δημιουργία και καταστροφική οργή και ενός πλειοψηφικού άλλου που είχε το νου του στην ‘τάξη και την ασφάλεια’.

Ιδεολογικά ήταν προφανές και είναι ακόμη για μένα ότι ο λεγόμενος ‘εμφύλιος πόλεμος’ υπήρξε μια ευτυχής συγκυρία για την ελλάδα μιας και, σε αντίθεση με το σημερινό – και της τελευταίας 30ετίας – πνεύμα εθνικής ομοιογένειας και σαπίλας που γνώρισα μεγαλώνοντας σε αυτή τη χώρα, η γνώση ότι κάποτε σε αυτή τη χώρα υπήρξε ένας εμφύλιος πόλεμος μου αποδείκνυε ότι “δεν ήταν πάντα έτσι” τα πράγματα. Υπήρξε περίοδος, λοιπόν, που το έθνος, το ελληνικό έθνος, μαζί και οι σημασίες που έσερνε από πίσω του, βίωσαν έναν τεράστιο διχασμό ο οποίος εκφράστηκε εν πολλοίς και μέσω μιας ένοπλης σύρραξης σχεδόν όλης της επικράτειας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, είχα αντιληφθεί πως, αφού ο ένας πόλος του εμφυλίου στελεχωνόταν κοινωνικά και πολιτικά από τις δυνάμεις του κομμουνιστικού κόμματος (κι ο άλλος στελεχωνόταν από φασίστες και εθνικιστές), με τα σημερινά δεδομένα της πολιτικοποίησης μας, δεν μπορούσα να με φανταστώ να ταυτίζομαι πολιτικά με κάποιον από τους δύο πόλους, αν και ήταν κάτι πέρα από αυτονόητο ότι αν για τους φασίστες και τους θεσμούς τους έτρεφα μίσος, για τους κομμουνιστές και τους θεσμούς τους έτρεφα μια κριτική συμπάθεια που απέρρεε βέβαια από το απλό και μόνον γεγονός ότι πολεμούσαν τους φασίστες!

Διανύοντας χρονικές αποστάσεις
(οδηγός ναυτιλομένων για αυτομόρφωση)

Όπως και όλοι οι άνθρωποι που διαβάζουν ένα σύνθημα σε έναν τοίχο και προβληματίζονται, έτσι κι εγώ, δεν ήμουν tabula rasa. Είναι καλό να το συνειδητοποιεί κανείς αυτό και να έχει συνείδηση πάντοτε, ει δυνατόν, από που και με ποιους τρόπους και διαδρομές σκέψης διαμορφώνονται οι θετικές και οι αρνητικές προκαταλήψεις στο μυαλό του.

Θεωρούσα και τότε, το 2008, όπως και στο σήμερα, ότι το να γραφτεί μια γενεαλογία του συνθήματος αυτού θα ήταν ένα αξιόλογο εγχείρημα. Έτσι θα απαντιόταν το ερώτημα του τι σήμαινε αυτό το σύνθημα στο 2008, γιατί γράφτηκε αυτό το συγκεκριμένο σύνθημα και όχι κάποιο άλλο, όπως π.χ. το εξίσου αναρχικό “επανάσταση τώρα!”, που διάολο τον θυμηθήκανε τον εμφύλιο και ίσως, εν τέλει, τι σήμαινε ο εμφύλιος στα μυαλά των πιτσιρικάδων, πολιτικοποιημένων ή μη, που συμμετείχαν στα ή δημιούργησαν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’08. Εντάξει, άλλα πράγματα προέκυψαν μετά την εξέγερση και αυτή η κάπως στριφνή γενεαλογία αφέθηκε ως ιδέα για αργότερα, τουλάχιστον για την πάρτη μου. Ούτε τώρα είμαι διατεθειμένος να την παράσχω.

Αλλά βλέποντας μια εποχή και μια κοινωνία, όπως την σημερινή ελληνική, στην προσπάθεια της είτε να συγχιστεί ακόμα περισσότερο είτε να συγχίσει ακόμη περισσότερο, να καταφεύγει με σχεδόν μανιακό τρόπο σε ιστορικές αναλογίες, συγκριτισμούς και αναχρονισμούς, αντιλήφθηκα σύντομα την επιφανειακή φαιδρότητα του εγχειρήματος της επιστράτευσης του “ιστορικού επιχειρήματος”: οι έλληνες – όπως ακριβώς στις πρώτες φάσεις αντιμετώπισης των … νέων της κρίσης, κατέφυγαν στους οικονομολόγους ως τους νέους ‘σαμάνους’ που θα τους καθησυχάσουν, ‘εξηγήσουν’ και λύσουν όλα τους τα προβλήματα (λες και η εξήγηση του τι είναι το σπρεντ θα τους έκανε να δουν τα μούτρα τους στον καθρέφτη) – πλέον, με αμείωτη ένταση, θα προσέτρεχαν στους επόμενους ‘σαμάνους’: τους ιστορικούς. Ιστορικές αναλογίες με την χρεωκοπία του ελληνικού κράτους επί Τρικούπη, τι ρόλο βαράει η … “εβραϊκή” Τράπεζα της Ελλάδος, πότε ξανά είχαμε κρίση, πότε ξανά είχαμε μετανάστευση των ελλήνων, τι διάολο είχε γίνει στη Βαϊμάρη, πόσα μας χρωστάνε οι γερμανοί από τις αποζημιώσεις, τι ανάλογο γίνεται σήμερα με αυτά που γίνονταν στην Κατοχή – και στο επαναστατικόν κομμάτι: τι είναι φασισμός, τι είναι αντιφασισμός, τι είναι εμφύλιος κτλ – τριβέλισαν τα μυαλά διαφόρων με αποτέλεσμα να κληθούν οι ‘ειδικοί’.

Πολλά από τα ερωτήματα αυτά, βέβαια, ήταν διαμορφωμένα ήδη με βάσει τις ανάγκες της σημερινής συσπείρωσης της εθνικής συνείδησης. Πράγμα που έπρεπε να υποψιάσει όσους βλέπαμε/βλέπουν κριτικά τις ιστορικές αποτιμήσεις, τις χρήσεις και τις καταχρήσεις τους. Κι αυτό ήταν προβληματικό πολλαπλά: α) η λεγόμενη ‘ιστορία’ αντιμετωπίζεται ως ένα χρονοντούλαπο που ‘χε μέσα του ‘διδάγματα’ για την πάρτη μας, έτσι ο λεγόμενος ‘ιστορικός’ καλούταν ως μια χρήσιμη καμαριέρα που θα ψάξει καλά το ντουλάπι για να τα βρει, β) η λεγόμενη ‘ιστορία’ αντιμετωπίζεται ως μια δεξαμενή ‘εμπειριών’ που όσο την αδειάζουμε, τόσο γεμίζουμε το παρόν μας με χρήσιμες για μας πληροφορίες, με αγνό τρόπο διατηρημένες για το καταναλωτικό κοινό του παρόντος γ) η λεγόμενη ‘ιστορία’ θεωρείται μία, ενίαια, αδιαίερετη και ομοούσια, μην έχοντας άλλες πλευρές, άλλες ιστορίες θαμμένες, άλλες αφηγήσεις κτλ. Και μπόλικα ακόμα προβλήματα που δημιουργούν με τη σειρά τους νέα προβλήματα στο πως οι άνθρωποι – οι έλληνες εν προκειμένω – συνεχίζουν να σκέφτονται βολικά για αυτούς τον κόσμο τους. Λίγοι ρώτησαν: ποιοι είναι αυτοί οι ειδικοί που μας διδάσκουν ιστορία; είναι αυτή η ιστορία μία; προς τι η σχέση ειδικού και κοινού σε ένα πεδίο στο οποίο πολλοί μπορούσαν να έχουν πρόσβαση; από την άλλη, αυτές οι ρημάδες οι εμπειρίες του τότε, του παρελθόντος, έρχονται αυτούσιες και αφιλτράριστες στο σήμερα; πως διαμεσολαβεί ο μεταφορέας-αφηγητής τους; Πως διαβάζουμε μια μαρτυρία; Πρόκειται για μια σειρά πρωταρχικών ερωτημάτων, ερωτημάτων που θα μπορούσε να θέσει κι ένας πρωτοετής φοιτητής ιστορίας, σπάνια όμως τέθηκαν (και αν). Το αποτέλεσμα είναι προφανές: η “Ιστορία” ειναι μία, λεία, και δίχως αντιφάσεις, η καταγραφή της έχει ηθικό φορτίο για εμάς και στην τελική η ιστορία δεν είναι παρά ένας ατέρμονος ρους πληροφοριών, ουδέτερων και άχρωμων. Αν υπάρχει μια διαφορά του μεινστριμ με το επανασταστικό ρεπερτόριο επίκλησης του “ιστορικού επιχειρήματος”, αυτή έχει μάλλον να κάνει με το ότι σε έντυπα και “απόψεις” του “χώρου” όπου κανείς δεν λογοδοτεί για αυτά που γράφει σε κανέναν, είναι πιο εύκολο να περάσεις τα πασαλείματα σου για “αποψαρά”.

Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού “ANTIFA, πόλεμος ενάντια στον φόβο” (τεύχος 37, 7/2013) έχει ένα πολύ ωραίο παράδειγμα για το πως μπαίνει σε κίνηση η ιστορική δουλειά σήμερα από την αριστερά.

Το ίδρυμα της Βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και την δημοκρατία διοργανώνει έκθεση με θέμα την δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Ηθικός αυτουργός ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, κολλητός του Καλύβα. Τίτλος: “Βία κατά εκπροσώπων του λαού: 50 χρόνια από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη”. Αρχικά ήταν να τη λένε “Ανομία και οι επιπτώσεις της ελλιπούς αστυνόμευσης στην περίπτωση του Γρηγόρη Λαμπράκη”, αλλά στην έκθεση βοήθησαν και οι αριστεροί των ΑΣΚΙ, οπότε καταλαβαίνετε. Τους πίεσαν τους δεξιούς! (Είχαμε υποσχεθεί να μην ξαναπούμε ‘πίεση’, αλλά μας πιέζει η πραγματικότητα)”.

Το ειρωνικό σχόλιο ίσως δεν φανερώνει αμέσως το πιο διεγερτικό ερώτημα (αν και θα έπρεπε). Το ερώτημα αυτό είναι το εξής: τι χρήση έχει η τάδε ή η δείνα ανάκληση της ιστορικής μνήμης και τι συμφέροντα εξυπηρετεί στο σήμερα; Ακόμη κι αν το θέμα είναι η δολοφονία Λαμπράκη: ένα κατεξοχήν δηλαδή ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιήσει η αριστερά σα θέμα ακόμα. Αυτή η καχυποψία εδώ διεκδικεί με ειρωνεία κάποια δικαίωση μιας και – είναι η αλήθεια – ο ιστορικός Ευάνθης Χατζηβασιλείου δεν είναι αυτό που ακριβώς θα περιγράφαμε ως αριστερό και ευαίσθητο για την αντι-αριστερή βία της χώρας καθηγητή. Για την ακρίβεια ο Ε. Χατζηβασιλείου είναι στέλεχος του ιδρύματος Κωνσταντίνος Καραμανλής, ενός από τα σημαντικότερα, αν όχι το σημαντικότερο θινκ τανκ της σημερινής κυβέρνησης. Και για όσους/ες από εμάς έχουν υπόψη πως τα θινκ τανκς και τα στελέχη τους δεν πληρώνονται για να γράφουν ό,τι τους κατέβει σε εκθέσεις και κείμενα, αλλά πληρώνονται για να γράφουν στην υπηρεσία κάποιου … ανώτερου σκοπού, προ-διαμορφώνοντας ένα πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης στο μέλλον ή επανεν-ισχύοντας τον έναν πόλο ενός ισχύοντος πεδίου αντιπαράθεσης, η καχυποψία εδώ φαίνεται να προκαλεί μια νόμιμη ερώτηση-ένσταση.

Ποιος γράφει ένα βιβλίο, τι θέλει να πει μ’ αυτό, γιατί δηλαδή το γράφει, πότε το γράφει, σε ποιο συγκείμενο και τι αποτέλεσμα είχε αυτό στην εποχή του: αυτά είναι ερωτήματα που οι πολιτικοποιημένοι/ες και σοβαροί/ες αναγνώστριες της ιστορίας πρέπει να έχουν υπόψη για να μην βρεθούν προ εκπλήξεων, να βρεθούν δηλαδή σε κατάσταση όπου, αφενός θα διαβάζουν ασύνδετες και ευκαιριακά χρήσιμες μεταξύ τους ιστοριούλες που θα τους άγουν και θα τους φέρουν, αφετέρου η γνώση που θα αποκομίζουν θα μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία ό,τι πιο δεξιού και άραχνου στην εποχή που αυτό αρθρώνεται ως απλώς “επιστημονικό”.

Τώρα το ποιοι είμαστε εμείς, ποιοι συγκροτούν το “εμείς”, το οποίο διαβάζει και βγάζει συμπεράσματα είναι ένα άλλο ανέκδοτο. Εμείς είμαστε συχνά τα ‘εγώ’ βεβαίως, δίχως μετριοπάθεια, δίχως βάθος γνώσεων, με αμορφωσιά ή εθνικούς μύθους ή ημιμάθειες να μας συνοδεύουν μάλιστα, δίχως καλλιεργημένη κριτική ματιά και με συχνά μοναδικό γνώμονα τις λιγότερο ή περισσότερο καλοκουρδισμένες εμπειρικές μας κεραίες. Γι’ αυτό σκέφτομαι, αν ήταν να χωθεί κανείς στο πρότζεκτ του γιατί σήμερα ‘εμφύλιος τώρα!’, θα ‘πρεπε να προχωρά με τριπλή προσοχή. Γιατί, σκέφτομαι, ο εμπειρισμός όχι μονάχα δεν είναι καλό εργαλείο όταν μπλέκεις με ιστορία αλλά μάλιστα είναι ένα εργαλείο που μπορεί να σε οδηγήσει σε τελείως παιδικά σφάλματα: αναχρονισμούς, αφενός, δηλαδή να κινητοποιήσεις σημερινά εργαλεία και κριτήρια για το τότε, συγκριτισμούς και τσουβαλιάσματα και προβολές, αφετέρου, που θα σε κάνουν περαιτέρω να χάσεις το πολιτικό κλίμα, τις κυρίαρχες φαντασιακές σημασίες, τους κεντρικούς ανταγωνισμούς και άλλα σημαντικά τινά της εποχής την οποία δήθεν περιγράφουμε.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο σημαντικό, που συχνά δεν του δίνουν σημασία όσες/οι επιχειρούν ανάλογα πρότζεκτς, κατάδυσης στο παρελθόν. Η επίκληση ενός ή μιας σειράς ιστορικών γεγονότων σε μια συνθηματολογικού τύπου αναφορά στο σήμερα, λέει περισσότερα για το σήμερα παρά για το … ίδιο το γεγονός ή τη σειρά γεγονότων. Αν κινείται δηλαδή κανείς στα πλαίσια ενός π.χ. Αριστερού χώρου του σήμερα στην ελλάδα, περισσότερα θα πρέπει να πιάσει για αυτό το ζήτημα, εκεί θα δοκιμαστούν οι αναλυτικές του ικανότητες και τα συμπεράσματα του, παρά στο τότε (π.χ. στον εμφύλιο, λέμε τώρα). Μάλιστα, όσο ασχοληθεί κανείς με το παρελθόν, κινούμενος/η πιθανόν ελλειμματικά, τόσο θα αποδυναμώσει κεντρικά του/της επιχειρήματα για το σήμερα. Κι αυτό για δύο πολύ διαφορετικούς αλλά σημαντικούς λόγους. Τα ιστορικά συμπεράσματα, τα λεγόμενα, δεν μπορούν να εκβιαστούν τα άτιμα όσο κι αν είμαστε πεπεισμένοι για αυτά που θέλουμε κατά βάθος να πούμε για το σήμερα. Με λίγα λόγια, οι ιδεολογικές τοποθετήσεις δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την έλλειψη βάθους της όποιας μίνι ή μάξι ιστορικής έρευνας. Και η ορμή με την οποία κανείς/καμιά ασχολείται – όχι για κανα αδιάφορο συμβάν της ιστορίας, αλλά για κόμβους μάλιστα της δημόσιας πρακτικής ιστορίας, δηλαδή της ιστορίας που έχει για μας πρακτικό νόημα σήμερα – δεν είναι ο καλύτερος σύμβουλος πάντα.

Τέλος, υπάρχουν κι άλλοι μπόλικοι κακοί σύμβουλοι που διαδραματίζουν ρόλο στο πεδίο της ιστορίας, ενός λασπότοπου που έφτιαξε το ελληνικό έθνος-κράτος από το μηδέν για να ξαπλώσει την αυτο-αφήγηση του, μιας κατεξοχήν επιστήμης εθνικού χαρακτήρα δηλαδή.

Ποιους διαβάζουμε και σε τι χρονικό πλαίσιο αναπτύσσονται οι φαινομενικά και εμπειρικά ουδέτερες κατά τα άλλα γνώσεις; Η κινηματική αυτομόρφωση, στα παιδικά της βήματα, στην ελλάδα συχνά έχει μπλέξει άσχημα με τους ακαδημαϊκούς κάθε είδους κι αυτό είναι τόσο φυσιολογικό με πρώτη ματιά. Γιατί, βέβαια, μια κινηματική αυτομόρφωση υπονοεί την παρουσία ενός κινήματος με σκοπό την ανάπτυξη πολιτικού λόγου. Ενός κινήματος, όμως, που σε αντίθεση με την ακαδημία και τους υπηρέτες της, αδυνατεί να βρει και να κυνηγήσει στα πλαίσια μιας έρευνας του, έναν μακρόπνοο πολιτικό στόχο και αγκαζέ μια στρατηγική για αυτόν. Έτσι καταδικασμένο σε μια φάση ημι-τύφλωσης είναι αναγκασμένο να μπουσουλάει ανάμεσα σε χοντράδες και γενικεύσεις, αλλά και μπόλικες αυθαίρετες εκτιμήσεις μεγάλης κλίμακας.

Όχι βέβαια ότι η ακαδημία έχει πολιτικό στόχο. Τουλάχιστον όχι πάντα. Αλλά η ακαδημία σε ό,τι βγάζει, έχει φυσικά ακαδημαϊκούς στόχους (την ανέλιξη στην ιεραρχία ατομικά και την βελτίωση του ελληνικού πανεπιστημίου εθνικά μιλώντας), που αν μη τι άλλο διαφέρουν από τους κινηματικούς, αν οι τελευταίοι υπάρχουν. Αυτή είναι μια πρωταρχική μόνον και επιφανειακή παρατήρηση που, όμως, φαίνεται να ‘ναι δυσκολοχώνευτη σε έναν βαθμό σήμερα από όσους διαβιούν σε κινηματικά νερά. Κι αυτό ίσως γιατί και το λεγόμενο ‘κίνημα’, στις περισσότερες περιπτώσεις που δεν ακολουθεί έναν κύκλο ιδεολογικής αυτο-επιβεβαίωσης, παραμένει στα ήθη και τα έθιμα κλασικών ελληνικών κινηματικών δεδομένων: η έλλειψη βάθους και η ανοργανωσιά του, η ασυνέπεια και η ‘βερμπαλίζω-δίχως-κόστος’ πρακτική του, αναγκαστικά προσκρούουν – σε μια σύγκριση τους με το λεγόμενο ακαδημαϊκό επίπεδο (που ‘ναι και πληρωμένο και ιεραρχικό και με πολιτική ματιά ενίοτε και άρα πιο οργανωμένο) – σε μια βαθιά (αυτο)απογοήτευση κι έπειτα στην απόσυρση, την αδράνεια και την απραξία. Για να το καταλάβει κι ο καθένας/η καθεμιά: ομάδες αυτομόρφωσης που πλοηγούνται με βάση ακαδημαϊκά γραπτά, πλήρη γνώσεων κατά τα άλλα, όταν δεν έχουν οριοθετήσει αποστάσεις απ’ αυτά σε επίπεδο στόχευσης, πολιτικής συγκρότησης και τα ρέστα, δεν είναι παρά συνήθως ομάδες που αναγκάζονται να μαγευτούν από το κλασικό πεδίο προνομίων της ακαδημίας: οι λόγοι υποκαθιστούν ή συνδηλώνουν τις πρακτικές και στο τέλος τα λόγια αντικαθιστούν την πράξη, μια πράξη η οποία πάντοτε ήταν ο κλασικός σκατότοπος όπου η ακαδημία υστερούσε και της οποίας πράξης την εμβέλεια γνωρίζει στοργικά πως να αναγιγνώσκει, να αποδομεί και, γενικότερα, να της αλλάζει τα φώτα (άλλοτε ενοχικά, στις έντιμες περιπτώσεις, κι άλλοτε σκατόψυχα, στις περισσότερες περιπτώσεις).

Αυτό το κείμενο υπονοεί ότι πολιτική θεώρηση και ιστορική κριτική συναντώνται πολλαπλώς, και στοχεύει να εμπεδώσει ότι η ενασχόληση με την ιστορική κριτική για μια σοβαρή συλλογικότητα οφείλει να περάσει μέσα από και να αντιμετωπίσει ορισμένους σκοπέλους. Η ιδεολογία και η προδιαμορφωμένη γνώμη δεν έχει ανάγκη να επιβεβαιωθεί από την ιστορική θεώρηση γιατί η ιδεολογία δεν σου αντικαθιστά δυστυχώς την έλλειψη βάθους στην ιστορική κριτική. Υπάρχουν παραδείγματα για όλα αυτά που λέω. Και ευτυχώς παραδείγματα καλού ξεμπερδέματος. Αν δεν είχαμε αυτά, ίσως η ημιμάθεια να ήταν το μέτρο μας. Αλλα ευτυχώς δεν είναι.

Μέσα από την Καλύβα του μπαρμπα-Στάθη

Στο παράδειγμα του ειρωνικού σχολίου του Antifa (τεύχος 37) ειδικά, πρέπει να πάμε σε πιο βαθιά νερά, όπου η φαινομενικά ‘καλή χρήση’ των αριστερών αρχείων ΑΣΚΙ και η φαινομενικά ‘καλή χρήση’ ενός θέματος τυπικά αριστερού (δολοφονία Λαμπράκη) δημιουργεί εξόφθαλμες καχυποψίες για το “που το πάει η έκθεση” όταν μαθαίνει κανείς ονόματα διοργανωτών και τίτλο έκθεσης. Βλέπουμε εδώ την αριστερή γνώση στην υπηρεσία βολικών εθνικών αφηγήσεων και την ανάπτυξη της ιστορικής επιστήμης, ως εθνικής επιστήμης βέβαια, στα καλύτερα της. Γιατί ο τρόπος, ο χρόνος και τα πρόσωπα πίσω και μπροστά από την έκθεση αυτή δεν αποτελούν βέβαια ένα σχόλιο για το παρα-κράτος της καραμανλικής δεξιάς περιόδου της ελλάδας (δεν θα έβαζαν φυσικά τα χεράκια να βγάλουν τα ματάκια τους), δεν αποτελεί ένα σχόλιο πάνω στην πάγια σχέση ελληνικού κράτους κι ελληνικού φασισμού κι ούτε μας λέει κάτι για την αδυνατότητα πάλης ενός ριζοσπαστικού αγώνα διά της κοινοβουλευτικής οδού. Όχι! Ούτε η βουλή θίγεται. Εξάλλου το ‘ίδρυμα της βουλής για τον κοινοβουλευτισμό και την δημοκρατία’ διοργανώνει το ιβέντ κι άρα τα γένια του ευλογάει. Ούτε το ίδρυμα Καραμανλής θίγεται. Εφόσον ο κυρίως ακαδημαϊκός του ιδρύματος είναι αυτός που οργανώνει την έκθεση και δεν υπάρχει αριστερά να σηκωθεί ούτε καν από τους τάφους της για να την σαμποτάρει. Κι ούτε η σχέση φασιστών και κράτους θα αναδειχτεί, καθώς “η βία”, η μαμή της ιστορίας και το μεγάλο άγχος του κράτους τούτου σήμερα, στην δεκαετία του 2010, ειδικά μετά τον Δεκέμβριο του 2008, κι ειδικά αφού η Καθημερινή, το Δίκτυο 21, ο Καλύβας και ο Μαραντζίδης γίνανε ιδεολογικοί μεγιστάνες του τόπου, αυτή η γενική κι αόριστη βία (των από κάτω, των από δίπλα, πάντως όχι του κράτους) είναι που βασικά ταλανίζει την δημοκρατία ‘μας’, αυτό είναι το θέμα!

Και γυρνάω παλι στο “Εμφύλιος τώρα!”. Όπως η ‘δολοφονία λαμπράκη’, έτσι κι ο ‘εμφύλιος’, η ‘εθνική αντίσταση’ κτλ πρέπει να ‘μεταφραστούν’, λοιπόν. Δεν είναι η υποψία του Ricoeur που τίθεται εδώ σε ισχύ: “είστε εχθροί του προλεταριάτου, νευρωτικοί ή ανίκανοι για την αντοχή της αλήθειας”, δεν φέρεται λοιπόν η ένσταση στο πεδίο του υποκειμενικού αντί για τον στίβο των επιχειρημάτων. Αλλά το τι είναι “εμφύλιος” σήμερα θα μιληθεί, (ανα)κατασκευαζόμενο, αναγκαστικά, με επιχειρήματα και με καχυποψίες. Και εκατέρωθεν.

Τώρα, ανάμεσα στους διάφορους παίκτες και παίκτριες αυτής της (ανα/ανα)κατασκευής για κάποια θέματα, όχι σίγουρα για τις στολές των Ινουίτ, μα για τον ελληνικό εμφύλιο σίγουρα, το ελληνικό κράτος, αν μη τι άλλο, και άποψη έχει και την μοστράρει τελευταίως. Αν εκκινούσαμε, λοιπόν, μια ερμηνεία για την πάρτη μας, θα ‘ταν λειψή να μην σκαλώσει στις αφηγήσεις αυτού του σημαντικού αν μη τι άλλο παίκτη, του κράτους, του σημερινού κράτους. Να δούμε, να διαβάσουμε, να ακούσουμε κτλ που ‘ναι η γνώμη μας παρόμοια και αντίθετη με αυτή την αφήγηση και γιατί.

Μια τέτοια δουλειά έκανε πρόσφατα για όλες/ους μας η συλλογικότητα/στήλη “Σπουδές στο γαλανόμαυρο – φασίστες και παρακρατικοί στην κοιτίδα της δημοκρατίας” από τις εκδόσεις Antifa Scripta οι οποίες δούλεψαν έναν τόμο που τιτλοφορείται “Ο ελληνικός φασισμός στον μεσοπόλεμο, Μέρος Α’” και έχει τον απαραίτητο παράτιτλο ουσίας “Περί της ιστορίας του φασισμού και της σημερινής της χρήσης”. Τον Μάιο του 2013 όλα αυτά. Για να γίνει κατανοητό το τι συζητάω εδώ μέσα, πρέπει να παραπέμψω σε ένα μεγάλο κομμάτι τους από την εισαγωγή του τόμου που ασχολείται με την ιστορία του εμφυλίου από δεξιά σκοπιά και τις σημερινές της χρήσεις από το ελληνικό κράτος. Εκεί μέσα, στην εισαγωγή του τόμου, λοιπόν, λέγονται τα εξής:

“Ο Στάθης Καλύβας αρχικά ήταν ένας δεξιός «πολιτικός επιστήμονας» ειδικευμένος στο ξενέρωτο θέμα «Ιστορία της χριστιανοδημοκρατίας στην Ευρώπη». Αποφάσισε να μετατραπεί σε ειδικό των εμφυλίων πολέμων μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, γιατί εκεί τον πήγανε τα φράγκα και οι στροφές της αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής του αμερικανικού κράτους. Το 2000, χάρη στον Mark Mazower, έκανε την είσοδό του στην ιστοριογραφία του ελληνικού «εμφυλίου πολέμου» με ένα σωρό «φρέσκιες ιδέες», μεταξύ των οποίων η «κυρίαρχη αντίληψη στην ιστοριογραφία», η «αναθεώρηση» και η «βία». Το 2002 έκανε την εμφάνισή του στην ελληνική γλώσσα, χάρη στους αριστερούς ιστορικούς και τον εκδοτικό τους οίκο. Εκείνη η εμφάνιση έχει να μας πει δύο σημαντικά πράγματα. Το πρώτο είναι ότι εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, για να μιλήσει δημοσίως ένας καθώς πρέπει δεξιός για την ιστορία του εμφυλίου, έπρεπε να συναλλάσσεται με τους «ανανεωτές» αριστερούς και τον εκδοτικό τους οίκο (και προφανώς οι αριστεροί έπρεπε να συναλλάσσονται μαζί του). Το δεύτερο είναι ότι η σημαντικότερη και πλέον ανησυχητική από τις «φρέσκιες ιδέες» του Καλύβα βρισκόταν μέσα στην καταραμένη παρένθεση: «1943». Ήταν ένα νούμερο η πολιτική σημασία του οποίου θα φαινόταν στα αμέσως επόμενα χρόνια.

«Έχει πλέον φθάσει η στιγμή»: ο Στάθης Καλύβας αναθεωρεί, 2003 – 2008
i. O Καλύβας επιστήμων της βίας, 2003

Αναρωτιέται κανείς πώς διάολο τα προλάβαινε όλα, αλλά το 2003 ο Στάθης Καλύβας, εκτός από μελετητής του «εμφυλίου πολέμου» στη Βοσνία, εκτός από καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, εκτός από διευθυντής του προγράμματος «Τάξη, Σύγκρουση και Βία» στο Yale, είχε αρχίσει να πατάει για τα καλά πόδι στα ελληνικά πράγματα. Όπως είδαμε ήδη, έγραφε άρθρα για την «κόκκινη βία» στα βιβλία των αριστερών και όπως δεν είδαμε ακόμα, ήταν ήδη μέλος του «Επιστημονικού Συμβουλίου» του «Ιδρύματος Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής», δηλαδή του επίσημου think tank της Νέας Δημοκρατίας. Αν τέλος πιστέψουμε τα όσα ξεστόμισε ο Γιώργος Μαργαρίτης σε στιγμές μεγάλης τσαντίλας, ο Καλύβας δεχόταν πολύπλευρη στήριξη από σειρά κρατικών θεσμών και από τα ελληνικά ΜΜΕ. Μεταξύ άλλων (σημαντικό, γιατί εδώ έχει μισοκρατικά λεφτάκια) είχε αναλάβει τη διεύθυνση της σειράς πολιτικής επιστήμης των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.

Με τέτοια ωραία πατήματα να του δίνουν αέρα, ο Στάθης Καλύβας δημοσίευσε το επόμενο άρθρο του στα ελληνικά στο ακαδημαϊκό περιοδικό «Επιστήμη και Κοινωνία» το Φθινόπωρο του 2003. Η καταραμένη παρένθεση φυσικά δεν έλειπε από τον τίτλο του άρθρου: «Εμφύλιος Πόλεμος (1943 – 1949): Το τέλος των μύθων και η στροφή προς το Μαζικό Επίπεδο». Η γνώμη του Καλύβα για το θέμα δηλωνόταν ήδη από την πρώτη παράγραφο:

Η βιβλιογραφία του εμφυλίου είναι ένα κράμα από κείμενα προπαγάνδας, επίσημης και ανεπίσημης, κρατικής, κομματικής, δημοσιογραφικής και ερασιτεχνικής ιστορίας, απομνημονευμάτων και μαρτυριών, μέσα στο οποίο η επιστημονική ιστοριογραφία κατέχει μικρό μόνο μέρος. Αυτό το κράμα διαμόρφωσε έναν περιρρέοντα ρόλο και μια σειρά αντανακλαστικών σε πολλά επίπεδα, όπως στον Τύπο και την τέχνη, επηρεάζοντας

έτσι και τη δημόσια πρόσληψη του εμφυλίου. Έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με μια αφηγηματική κατασκευή, έναν «μύθο» (…). [Οι μύθοι της δεκαετίας του ‘40 επηρέασαν την ιστοριογραφία] με τον εξοστρακισμό των αντικειμένων και ερωτημάτων που άνοιγαν ρωγμές στους μύθους ή, τουλάχιστον δεν τους εξυπηρετούσαν.

Ο «μύθος» του εμφυλίου και της αντίστασης και οι τρόποι κατασκευής του ήταν το κεντρικό θέμα του άρθρου. Σχεδόν η μισή από τη συνολική του έκταση καταλαμβανόταν από μια σχινοτενή παράθεση της βιβλιογραφίας του εμφυλίου και της κατοχής από την δεκαετία του ’60 μέχρι το 2003. Το κυρίως σώμα του άρθρου έπαιρνε σχεδόν μία μία τις βιβλιογραφικές παραπομπές και τους απέδιδε χαρακτηρισμούς του είδους «μεροληπτική», «ο μύθος εντελώς απροκάλυπτος», «μεταφυσικά ζητήματα χωρίς πραγματικό περιεχόμενο τα οποία εξυπηρετούν ανεδαφικές πλέον σκοπιμότητες», «απουσία αποστασιοποίησης», «ανάγκη δικαίωσης και καταδίκης» και πάει λέγοντας.

Με άλλα λόγια, το άρθρο του Καλύβα έπαιρνε περίπου το σύνολο της ελληνικής βιβλιογραφίας για την δεκαετία του ’40 και της έριχνε το ακαδημαϊκό αντίστοιχο της χριστοπαναγίας. Ταυτόχρονα προχωρούσε και σε προτάσεις γύρω από το πώς θα απαλλαγούμε επιτέλους από τους «μύθους» και τα «ταμπού» της ελληνικής ιστοριογραφίας του εμφυλίου πολέμου. Οι βασικές του προτάσεις ήταν δύο:

η πρώτη είχε να κάνει με την «κόκκινη βία»:

Έχει πλέον φθάσει η στιγμή να ξεπεραστεί το μεγάλο αυτό ταμπού του μεταπολιτευτικού μύθου: η βία της αριστεράς που εκδηλώθηκε στα δεκάδες ΕΑΜικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, στους δρόμους της ομηρίας και μετά το τέλος των μαχών και η οποία πήρε μαζικές διαστάσεις στη διάρκεια της κατοχής (και όχι μόνο) προκαλώντας χιλιάδες θύματα (κυρίως άμαχους).10

Η δεύτερη από τις βασικές προτάσεις του Στάθη Καλύβα είχε να κάνει με την περιοδολόγηση της κατοχής. Κατά τη γνώμη του Καλύβα η περίοδος που ως τότε ήταν γνωστή ως «Κατοχή» έπρεπε να υποστεί μια «αναλυτική διάσπαση» σε δύο περιόδους (1941 – 42 και 1943 – 44). Την μεν περίοδο 1941 – 42 έπρεπε να κάνουμε ότι δεν τη βλέπουμε (πάντως αυτό έκανε και συνεχίζει να κάνει ο Καλύβας). Η περίοδος 1943 – 44, από την άλλη, έπρεπε να ενταχθεί πλήρως «στην ενότητα του εμφυλίου» γιατί δεν είχε υπάρξει «μόνο περίοδος κατοχής και αντίστασης, αλλά και εμφύλιας σύγκρουσης με άμεσο και κεντρικό διακύβευμα τη μεταπολεμική πραγματικότητα».

Θα πρέπει να προσέξουμε την πληθώρα των υπόκωφων θέσεων που διατυπώνονται εδώ. Πρώτον ο «μύθος της δεκαετίας του ‘40», με τον οποίο άρχιζε το άρθρο, τελικά δεν ήταν αιώνιος, αλλά «μεταπολιτευτικός». Δεύτερον, μετά από τριάντα χρόνια «μεταπολίτευσης», είχε «πλέον φθάσει η στιγμή» να τον κατεδαφίσει ο Στάθης Καλύβας. Τρίτον, η «εθνική αντίσταση» της περιόδου 1943 – 1944 με την οποία είχαμε μεγαλώσει, τελικά ούτε τόσο «αντίσταση» ήταν, ούτε τόσο «εθνική». Ήταν περίοδος εμφυλίου πολέμου. Τέταρτον, το βασικό εργαλείο της κατεδάφισης του μύθου θα ήταν η προσφυγή στη βία ως ερευνητικό αντικείμενο, κυρίως όμως ως ερμηνευτικό εργαλείο. Όσο για το τελευταίο, ούτε ο Ταραντίνο δεν έχει υμνήσει τη «βία» τόσο πολύ όσο ο Στάθης Καλύβας:

Πέρα από την απομυθοποιητική της λειτουργία, η διερεύνηση της βίας έχει μεγάλη θεωρητική και εμπειρική σημασία και αποτελεί ένα από τα προνομιακά πεδία συνάντησης διαφορετικών επιστημονικών κλάδων (…) Οι πρακτικές της βίας είναι ασφαλέστερος δείκτης για την κατανόηση της δράσης των υποκειμένων και τον σχηματισμό των ταυτοτήτων απ’ ό,τι ο επίσημος λόγος των οργανώσεων. Επιπλέον η βία έχει το πλεονέκτημα πως, σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να καταγραφεί με συστηματικό τρόπο. Αν και πρόκειται για νέο αντικείμενο, η βία έχει αναδειχθεί σε κεντρικό ερευνητικό πεδίο.

Η καταφανώς απόκοσμη αίσθηση που αφήνει αυτό το απόσπασμα οφείλεται στο ότι εδώ η βία που θα «απομυθοποιήσει», θα «οδηγήσει στην κατανόηση», θα «καταγραφεί με συστηματικό τρόπο» κλπ θεωρείται αυτοτελής διαδικασία, είναι μια βία της οποίας τα υποκείμενα καταρχήν αποκρύπτονται (αν και μέλλει να αποκαλυφθούν στη συνέχεια), κυρίως όμως είναι μια βία δίχως κοινωνικά, ιστορικά ή έστω ψυχολογικά αίτια. Εκείνο που είχε ανακαλύψει (ή καλύτερα εισαγάγει από το εξωτερικό) ο Στάθης Καλύβας ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια λέξη. Ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος ερμηνείας

των κοινωνικών τεκταινομένων. Αυτός ο τρόπος ερμηνείας αδιαφορούσε για τις κοινωνικές σχέσεις και την ιστορία τους και αντιμετώπιζε την ιστορία των κοινωνιών ως αλυσίδα στιγμιαίων συμβάντων. Αυτά τα «συμβάντα» με τη σειρά τους ήταν τόσο αυστηρά καθορισμένα που μπορεί να πει κανείς πως ο χαρακτήρας τους ήταν αυτό που λέμε ψηφιακός: είτε είχαν συμβεί, είτε δεν είχαν συμβεί. Συνεπώς ήταν ποσοτικοποιήσιμα· γι’ αυτό άλλωστε και ήταν δυνατόν «να καταγραφούν με συστηματικό τρόπο».

Δεν ήταν βέβαια καινούριες έννοιες όλα τούτα. Η «βία» που ο Καλύβας ήθελε να εισαγάγει για να ερμηνεύσει την ιστορία του εμφυλίου ήταν η ίδια «βία» που κυριαρχούσε στο λεξιλόγιο της σκληρής νεοφιλελεύθερης μπατσικής εγκληματολογίας, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80. Χρησιμοποιώντας την ίδια ακριβώς έννοια της «βίας» οι νεοφιλελεύθεροι μπάτσοι – κοινωνιολόγοι James Wilson και George Kelling είχαν γράψει το άρθρο τους «Σπασμένα Τζάμια» που ακόμη και σήμερα αποτελεί το ευαγγέλιο των ειδικών της «Μηδενικής Ανοχής».

Η βία που προκαλούσε εκεί τα «σπασμένα τζάμια» ήταν ακριβώς μία βία κατ’ αρχήν δίχως υποκείμενο, κυρίως όμως ήταν μια βία δίχως αίτια και δίχως ιστορία, μια βία ποσοτικοποιήσιμη, δηλαδή –αυτό είναι το βασικό- μια βία της οποίας η (κρατική)

αντιμετώπιση δεν πρέπει να γίνεται με βάση τα αίτιά της, αλλά αποκλειστικά με τους όρους της δημόσιας τάξης. Ας το ξαναπούμε: Η «βία» που εισήγαγε ο Καλύβας το 2003 ήταν η «βία» όπως την αντιλαμβάνονταν οι νεοφιλελεύθεροι ειδικοί της Δημόσιας Τάξης· ή αλλιώς η βία όπως την αντιλαμβάνεται εκείνος που κατέχει το νόμιμο μονοπώλιο της βίας.

Θεωρούμε την συζήτηση περί «βίας» σημαντική, γιατί σήμερα η ίδια έννοια της «βίας» έχει κυριαρχήσει. Είναι ακριβώς η έννοια που δηλώνεται στον λόγο του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και στα δελτία ειδήσεων με τον όρο «ανομία». Και επειδή ο Στάθης Καλύβας δεν έχει χαθεί από την επικαιρότητα, κάθε άλλο, είναι νομίζουμε σημαντικό να σημειώσουμε ότι σήμερα, δικαιωμένος από διάφορες πλευρές, μπορεί να θριαμβολογεί και ταυτόχρονα να υποδεικνύει μελλοντικές κατευθύνσεις στους προϊσταμένους του, δίνοντάς μας να καταλάβουμε πού ακριβώς απευθύνονταν εξαρχής οι επιστημονικές του αναζητήσεις. Στις 20 Γενάρη του 2013, δέκα χρόνια αφότου εγκωμίαζε τη «βία» ως ερμηνευτικό εργαλείο, και με την «εκστρατεία πάταξης της ανομίας» να καλπάζει, ο Καλύβας έγραφε τα εξής:

(…) η παροχή της δημόσιας τάξης μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά επικερδής – και αυτό, ανεξάρτητα από τη δεοντολογική της ορθότητα [που] είναι διαφορετικό θέμα. (…)

η καταπολέμηση της αταξίας αποτελεί προνομιακό πεδίο [για την κυβέρνηση], σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που αναρωτιέται κανείς γιατί καθυστέρησε τόσο. (…) Υπάρχει μια τεράστια κοινωνική πλειοψηφία που, όπως παντού στον κόσμο, επιθυμεί την ύπαρξη και επιβολή της τάξης. Είναι πραγματικά εκπληκτικό το πώς η πλειοψηφία αυτή αγνοήθηκε επί σειρά ετών, καθώς επικράτησε στη δημόσια σφαίρα, και μάλιστα πολύ πριν από την κρίση, η ρητορική της «επανάστασης του καναπέ», με αποκορύφωμα αυτό που αυτάρεσκα βαπτίστηκε «εξέγερση του Δεκέμβρη». (…) Γι’ αυτό και όποιος πείσει πως μπορεί να ανταποκριθεί στη γενική απαίτηση για τάξη και ασφάλεια, θα προσπορισθεί και τα ανάλογα πολιτικά οφέλη. (…) η δημόσια τάξη αποτελεί από τη φύση της μια πολιτική διάσταση όπου τα συντηρητικά κόμματα διαθέτουν ένα εγγενές πλεονέκτημα. Στο παρελθόν, η Νέα Δημοκρατία το απεμπόλησε με αυτοκαταστροφικές επιλογές τύπου Προκόπη Παυλόπουλου. Δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να συνεχίσει να το κάνει. (…)

η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο όχι μόνο να συνεχίσει στη γραμμή που χάραξε, αλλά και να εντείνει την επίθεσή της στα θέματα νόμου και τάξης.

Η δημόσια τάξη ως πολιτικό πλεονέκτημα, Καθημερινή, 20/1/2013

Ας προσέξουμε την αλυσίδα των εννοιών που χρησιμοποιούνται εδώ. Η «δημόσια τάξη» που είναι πολιτικό πλεονέκτημα, η «αταξία» που αποτελεί προνομιακό πεδίο, η «επιβολή της τάξης» που στηρίζεται από μια κοινωνική πλειοψηφία, τα «θέματα νόμου και τάξης» όπου η επίθεση πρέπει να ενταθεί… Όλες αυτές οι έννοιες αποκτούν το νόημά τους μοναχά εντός του γενικού ερμηνευτικού πλαισίου που προσπαθούσε να εισαγάγει ο Καλύβας στην ιστορία του ελληνικού εμφύλιου πολέμου το μακρινό 2003. Είναι ένα ερμηνευτικό πλαίσιο που αδιαφορεί για τα αίτια και την ιστορία. Μια ερμηνεία του κόσμου που καταλαβαίνει μόνο τη «βία» ή την απουσία της. Κι έτσι μπορούμε να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε τι εννοούμε όταν λέμε ότι η συζήτηση για την ιστορία του ελληνικού κράτους και του φασισμού του είναι ένα θέμα σημερινό. Ο ξεδιάντροπος Καλύβας που σήμερα λέει στα αφεντικά του ότι δεν χρειάζεται να ασχολούμαστε με την «δεοντολογική ορθότητα» της «παροχής δημόσιας τάξης» γιατί «είναι διαφορετικό θέμα», ο Καλύβας που εν ολίγοις

λέει «ρίχτε τους μπάτσους στη μάπα μέχρι να πουν ήμαρτον», είναι ο Καλύβας που, ήδη από το 2003, γνώριζε ότι η μεθοδολογία του, μπορεί να μην ήταν «δεοντολογικά ορθή», ήταν όμως κάτι πολύ καλύτερο: πολιτικά επίκαιρη. Γιατί το 2003 δεν ήταν μόνο η ώρα για μια αναθεώρηση της ιστορίας του ελληνικού εμφυλίου. Το 2003 «είχε φτάσει πλέον η στιγμή» για να αρχίσουν να αναθεωρούνται διάφορα των οποίων η αναθεώρηση ήταν έως τότε αδιανόητη. Η «μεταπολίτευση» που πεταγόταν από το πουθενά σε εκείνο το παλιό άρθρο δεν πεταγόταν τυχαία.

Ας συνοψίσουμε όμως τα όσα έχουμε πει ως τώρα για την ιστορία της ελληνικής ιστοριογραφίας: το 2000, για τις ανάγκες ενός βιβλίου του Princeton, ο Στάθης Καλύβας μετέτρεψε τον εαυτό του σε μπάτσο ιστοριοδίφη, περιόδευσε (αυτός ή κάνας ταλαίπωρος υποτακτικός) στα χωριά της Αργολίδας, μέτρησε παλιά πτώματα και ανέλυσε τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο στην περίοδο της κατοχής με προσεγγίσεις του είδους «45% των νεκρών ήταν μέλη του ΚΚΕ και 55% ήταν δεξιοί, άρα κόκκινη βία».

Το 2003 επανεμφανίστηκε με πιο θεωρητική προσέγγιση εξηγώντας ότι i. η ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου ήταν η επικράτεια των μεταπολιτευτικών μύθων. ii. Ότι οι μεταπολιτευτικοί μύθοι «έχει έρθει η ώρα» να διαλυθούν. iii. Ότι το βασικό ερμηνευτικό εργαλείο για αυτή τη διάλυση θα είναι η «βία» του είδους «σπασμένα τζάμια». iv. Ότι εξίσου βασική είναι μια νέα περιοδολόγηση της δεκαετίας του ’40 – ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος δεν αρχίζει το 1946, αλλά το 1943, με ένα όργιο ή οργιάκι βίας προερχόμενο από την «αριστερά». Και το πιο σημαντικό: ο στόχος που επεδίωκε ο Καλύβας με όλα τούτα δεν ήταν επιστημονικός αλλά πολιτικός. Ο Στάθης Καλύβας επεδίωκε να χτυπήσει

την ιδεολογία και τους «μύθους» της μεταπολίτευσης.Μάλιστα. Ποιοι όμως ήταν εκείνοι που αποτέλεσαν τον στόχο του οργίου κόκκινης βίας στα χωριά της Αργολίδος το 1943; Το 2003 ακόμη και ο Καλύβας δυσκολευόταν κάπως με το συγκεκριμένο θέμα. Φαίνεται πως οι «ταγματασφαλίτες» ήταν ένα θέμα ακόμη πιο «ταμπού» από την «κόκκινη βία», γιατί ο Καλύβας ανέφερε τη λέξη μόνο μία φορά σε ολόκληρο το άρθρο, ως μία από τις πολλές «ταυτότητες» που μπορούσε να πάρει κανείς κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Ήταν ακόμη ντροπαλός. Τα όσα ακολούθησαν απέδειξαν ότι η διακριτικότητα δεν ήταν και τόσο αναγκαία.”

exof_galanomauro

Το παραπάνω μεγάλο απόσπασμα (από το οποίο έχω βγάλει τις υποσημειώσεις) είναι αντιγραμμένο από τις σελίδες 13-16 του τόμου, και μπορεί κανείς να το αγοράσει κανείς/καμιά μαζί με τις υπόλοιπες 250 σελίδες του τόμου από το Antifa Scripta αλλά να διαβάσει περιεχόμενα, πρόλογο και εισαγωγή κι από εδώ http://www.antifascripta.net/LinkClick.aspx?fileticket=YbE%2fGxH%2fdp4%3d&tabid=118 .

Τα παραπάνω, λοιπόν, αλλού βγάζουν μάτι κι αλλού υπονοούν πράγματα που αργότερα μόνον στοιχειοθετούνται, με αφορμή την περίπτωση του Στάθη Καλύβα. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, παίρνει κανείς μια τζούρα για το πως διαμορφώνονται ελληνική ιστορία και πολιτική στο σήμερα, σε μια τροχιά παράλληλη. Η ιστορία ξαναγράφεται με τις ανάγκες του παρόντος. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η ιστορία γραμμένη με τον παλιό τρόπο ήταν καλή, καλύτερη ή κάτι τέτοιο. Ήταν κι αυτή τέτοια που ήταν για να εξυπηρετεί μια προηγούμενη φάση ανάπτυξης του ελληνικού εθνικού κράτους. Δεν πρέπει να μείνει καμιά/κανείς εντυπωσιασμένος σα να ξετυλίγεται μια σκοτεινή συνωμοσία εμπρός στα μάτια του. Όχι. Αν είναι για κάτι που πρέπει να μας πεισμώσει, αντιθέτως, αυτή η επιτυχημένη εδώ παρέμβαση της κριτικής ανάλυσης, από την σκοπιά του οργανωμένου αντιφασισμού, είναι το εξής: η σοβαρότητα και η μνήμη, οι δύο ξεχασμένες από τον κινηματικό… θεό, αξίες, όταν επιστρατεύονται προκειμένου να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν καλύτερα οι αντίπαλοί του, παράγουν ουσιαστική και στο κέντρο στοχευμενη πολιτική αντιπαράθεση και τονώνουν βέβαια, με τη σειρά τους, και τις εμπειρικές κεραίες.

Αλλιώς; Το αλλιώς το γνωρίζουμε. Εδώ και χρόνια. Ή μπορούμε να το φανταστούμε. Γιατί επαναλαμβάνεται αέναα και βαρετά. Η βία. “Αμάν η βία!” Η βία σαν φαινόμενο. “Τώρα θα γίνει μια μεγάλη κουβέντα για την βία…” επειδή έγινε το Πολυτεχνείο ’95, ο Ιούνης του ’03, η Μαρφιν του 2010 και πάει λέγοντας… Κι άλλες τέτοιες ανέξοδες γενικότητες. Κι οι άλλοι, στο κράτος, δουλεύουν, αναμφισβήτητα με περισσότερα μέσα, μα και με μια συνέχεια που κάνει τις γενικολογίες να τραντάζονται και να τις παίρνει ο άνεμος σαν θολές φωτογραφικές αναμνήσεις του κάτι που ζήσαμε αλλά δεν θυμόμαστε πια τι ήταν. Με εκείνα και με ετούτα, μπορεί κανείς να στελεχώνει πορείες των 10.000 για “αλληλεγγύη στη βίλα αμαλίας!” – επειδή δεν είναι εστία βίας κι ανομίας! – και την άλλη μέρα να μοστράρει οπτικές και αναλυτικά εργαλεία του ελληνικού κράτους, τη βία δηλαδή μεταξύ άλλων, και μάλιστα (στην καλύτερη των περιπτώσεων!) να μην καταλαβαίνει χριστό, δηλαδή – με λίγα λόγια – να μην καταλαβαίνει τι του/της γίνεται. Τέτοια που λέτε κάνουν οι συριζαίοι εδώ και χρόνια, αλλά εντάξει έρχεται και το καλοκαίρι τώρα και μην χαλάμε τις καρδιές μας. Ας κρατήσουμε απ’ όλα αυτά τα θετικά…

 

Stepanyan TSP, 19 – 07 – 2013

This entry was posted in new stuff and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *