μια 25η Μαρτίου (Γιάννενα 1944)

Αντίγραφο από Bundesarchiv_Bild_101I-179-1575-15,_Ioannina,_Deportation_von_Juden


I. Αναμνήσεις του Κ. Μπαλάφα: «Η θηριωδία της Κατοχής μου έκανε τρομερή εντύπωση. Ιδιαίτερα θυμάμαι την αρπαγή των Εβραίων στα Γιάννενα. Έκανε πολύ κρύο εκείνη την ημέρα. Παγωνιά. Είχαν μαζέψει τους Εβραίους από τη νύχτα και τους φορτώνανε στα καμιόνια. Είδα την βαρβαρότητα. Γριές που δεν μπορούσαν να περπατήσουν, τις έπιανε ο ένας από τις μασχάλες κι ο άλλος απ’ τα πόδια και τις πετούσαν στα καμιόνια, όπως στοιβάζουνε τα ψάρια στα κασόνια… Τέτοιο πράγμα! Το είδα με τα μάτια μου. Ο κόσμος παρακολουθούσε παγωμένος.

Στην Κατάρα, μετά πέθαναν Εβραίοι από το κρύο. Τουλάχιστον έτσι διαδόθηκε. Εκείνες τις μέρες μια γενική κατάθλιψη απλώθηκε στην πόλη, διότι είχαμε πολλούς Εβραίους. Ήταν πολλοί έμποροι ανάμεσά τους. Κι εγώ είχα κάνα-δύο φίλους Εβραίους. Όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν βγήκαν στο βουνό για να γλιτώσουν. Οι άλλοι έμειναν κι έτσι τους πιάσανε. Ήτανε ένας λαός που και σε μας στους Γιαννιώτες ήταν κάπως σαν ξένοι… πώς να το πούμε… σαν ένας ξένος λαός που φιλοξενείται. Και ήταν βέβαια δειλοί άνθρωποι, πολύ νομοταγείς. Ποτέ δεν παρανόμησε Εβραίος ώστε να πάει σε δικαστήριο. Έτσι τον εκτοπισμό τον δέχτηκαν μοιρολατρικά…»

ΙΙ. Αναμνήσεις του Βασίλη Βασιλείου: «Την ημέρα εκείνη ήταν άσχημος ο καιρός. Δυνατό κρύο και μετά χιόνι. Δε θυμούμαι να ξαναπέρασα τόσο κρύο Μάρτη. Είδα μόνο τη φάλαγγα, όταν ήταν ήδη έτοιμη για την αναχώρηση. Μέναμε στην άκρη της πόλης. Μπροστά στο σπίτι μας τα φορτηγά σταματήσανε για μια ώρα περίπου. Αυτή η τεράστια γραμμή φυλασσόταν από λίγους μόνο στρατιώτες. Μπορούσες να πας και κοντά στα καμιόνια. Ζώνη διαχωριστική δεν υπήρχε.

Έτρεξα λοιπόν κατά μήκος της φάλαγγας, μήπως δω τίποτε γνωστούς μου. Σκέφτηκα να κρύψω κάποιους απ’ αυτούς στο σπίτι μου ή σε μια καλύβα που είχα στον κήπο. Διότι δεν θα ήταν και τόσο δύσκολο να τους οδηγήσω στα βουνά. […] Εξακρίβωσα λοιπόν πάνω στα φορτηγά τέσσερις με πέντε γνωστούς μου Εβραίους. Με έβλεπαν που τους έκανα νοήματα να πηδήξουν από τα φορτηγά. Αλλά με κοίταζαν βουβοί με ορθάνοιχτα μάτια. Κανένας δεν πήδησε κάτω. Πάνω σ’ ένα φορτηγό είδα και τον καλύτερο μου φίλο. Αλλά κι αυτός κουνούσε μόνο το κεφάλι του. Μετά από λίγο η φάλαγγα ξεκίνησε και πήρε το δρόμο για τα βουνά. Προς την Κατάρα.»

IΙΙ. Αναμνήσεις του Αγησίλαου Κόντου: «Θυμάμαι επίσης πώς οι Γερμανοί πήραν τους Εβραίους. Τρεις μέρες πριν βγήκαν αυτοκίνητα με μεγάφωνα στους δρόμους και καλούσαν όλους τους Γιαννιώτες, πλην των Εβραίων, να βγούνε έξω στο βάλτο, που είναι προς το χωριό Μάρμαρα. Έλεγαν στα μεγάφωνα: ‘Σε 5 ώρες όλοι οι κάτοικοι των Ιωαννίνων, πλην των Εβραίων, μηδενός εξαιρουμένου, εκτός αυτών που είναι κατάκοιτοι άρρωστοι, θα βγούνε έξω μπροστά στο Σταυράκι!’

Απορήσαμε. ‘Τι μας θέλουν εκεί πέρα;’ Είπαμε. Δεν ξέραμε τι συμβαίνει. Ντύθηκαμε και ξεκινήσαμε ομαδικώς. Βλέπαμε να γεμίζει ο κάμπος από χιλιάδες Γιαννιώτες. Ερήμωσε εντελώς η πόλη. Περιμέναμε. Ήρθε ένα αυτοκίνητο με μεγάφωνο. Άρχισε με τραγούδια γερμανικά. Μετά βγήκε ένας Γερμανός αξιωματικός. Παίρνει το μεγάφωνο και λέει: ‘Σας μιλάει ο εκπρόσωπος του στρατηγού. Η μεγάλη Γερμανία χαιρετίζει τον ελληνικό λαό! Είμαστε φίλοι! Εμείς δεν θα μείνουμε μόνιμα στην πατρίδα σας. Θα φύγουμε σύντομα. Μα σας αγαπάμε…’ και λοιπά και λοιπά. Μιλούσε στα γερμανικά και κάποιος μετέφραζε. Στο τέλος είπε ‘Μπορείτε τώρα να γυρίσετε στα σπίτια σας!’

Εκείνη τη φορά δεν έκαναν τίποτα στους Εβραίους. Απλώς ήθελαν να τους ξεχωρίσουν από μας, τους Έλληνες. Την τρίτη μέρα όμως ξημέρωσε η 25η Μαρτίου και τους πιάσανε όλους. Το πρωί ξυπνήσαμε αργά, επειδή ήταν εορτή. Ήρθαν στο σπίτι μας γείτονες που είχαν κατέβει κάτω. ‘Μα δεν ξέρετε τι γίνεται κάτω στο Μώλο;’ Είπανε, ‘Χαμός! Μαζεύουν τους Εβραίους και τους φορτώνουν στα φορτηγά!’ – ‘Μα γιατί;’ – Καμία απάντηση.

Εγώ, πιτσιρικάς, με πέντε έξι φίλους τρέξαμε προς τη λίμνη να δούμε τι γίνεται. Είδαμε τα γερμανικά καμιόνια κι όλο τον κόσμο, μα οι Γερμανοί φρουροί φώναζαν από μακριά: ‘Αλτ, Ακίνητοι!’ Δεν μας άφηναν να πλησιάσουμε. Φφφφφφφσσττ! Στρίβαμε εμείς από τα στενά μέσα. Αμόλαγαν και καμιά σφαίρα στον αέρα: Μπαμμμμ! Για να τρομοκρατήσουνε τον κόσμο, να μην πλησιάσουμε, να μη δούμε τι γίνεται. Μ’ έπιασε φόβος και έφυγα τρέχοντας. Δεν είδα λοιπόν τη συνέχεια, δηλαδή πώς τους ανεβάσανε στα καμιόνια;

Επεμβαίνει ο Βασίλης. ‘Υπάρχουν και Εβραίοι που γλίτωσαν πηγαίνοντας στο αντάρτικο. Το μυρίστηκαν και έφυγαν εγκαίρως. Οι Εβραίοι όμως ήταν λαός παραδόπιστος. Είχαν πολλά χρήματα και δεν αφήνανε εύκολα τις περιουσίες τους. Ξέρω την περίπτωση ενός Εβραίου που ξαναγύρισε απ’ τα στρατόπεδα και ξαναβρήκε το θησαυρό του, χρήματα και λίρες. Τον είχε κρυμμένο στην εξωτερική πόρτα του σπιτιού του κάτω από το σκαλί, δηλαδή έξω στο δρόμο, εκεί που δεν πάει ο νους κανενός ανθρώπου! Μετά το μάζεμα των Εβραίων μερικοί είχαν ψάξει παντού μέσα στο σπίτι του, μα δεν τον είχαν βρει.’

Επανέρχεται ο Αγησίλαος: ‘Δε μου λες Βασίλη, την ξέρεις τη στοά Θέμελη; Είναι η στοά που έχει το μαγαζί του ο Βασιλειάδης, ο Μιχάλης. Σχεδόν απέναντι είναι μια άλλη στοά που βγαίνει από το δρόμο κάτω. Στη στοά αυτή ήταν ένας Εβραίος, ο οποίος είχε… τι έφτιαχνε μωρέ εκεί πέρα; Α, κολλούσε τενεκέδες! Λοιπόν, τενεκετζής ήτανε. Είχε ‘κει κάτι σκεύη και τα κολλούσε. Λοιπόν: Τον πιάσανε… πάει… έφυγε αυτός. Μετά από χρόνια γύρισε. Πάει σ’ αυτό το μέρος από το οποίο περνούσε κόσμος και κοσμάκης, χιλιάδες άνθρωποι. Σηκώνει την πέτρα από κάτω και βρίσκει μέσα τον τενεκέ του με τις λίρες. Μπροστά στα μάτια του κόσμου! Τι έξυπνος! Πολύς κόσμος έψαχνε να βρει λίρες! Ψάχνανε ταβάνια… ψάχνανε… παντού ψάχνανε! Μα αυτός είχε τις λίρες του εκεί που δεν πήγαινε ανθρώπου νους!

Το εβραϊκό στοιχείο πάντως ήταν το πιο πλούσιο στα Γιάννενα. Ήταν η κακή μοίρα, αν θες, των Ιωαννίνων. Δεν αφήνανε τους εμπόρους των Ιωαννίνων να αναπτυχθούν. Τραβούσαν αυτοί τους περισσότερους πελάτες. Ήταν και λαός κλεισμένος. Είχανε τη δική τους κοινωνία. Επίσης ήταν τσιγκούνηδες.

Θυμάμαι κάτι χαρακτηριστικό που μου είχε πει κάποτε ο πατέρας μου: Τότε είχαμε το ύφασμα ‘κάμποτο’, ένα γερό άσπρο ύφασμα. Όλοι οι έμποροι των Ιωαννίνων το πουλούσαν σε μια ορισμένη τιμή, ένας Εβραίος όμως το πουλούσε φθηνότερα και έκανε διπλάσιο τζίρο. Όσο τζίρο κάνανε όλοι οι άλλοι, τον έκανε αυτός μόνος του. Από το ίδιο εργοστάσιο το ένα, από το ίδιο εργοστάσιο και το άλλο. Μα αυτός είχε τη δυνατότητα να το πουλάει φθηνότερα. Ξέρεις γιατί;

Είχε κάνει ειδική παραγγελία με λιγότερα κλωνιά. Εκεί ήταν το μυστικό. Και έτσι ανταγωνιζόταν όλους τους εμπόρους στην πόλη. Σε τελευταία ανάλυση, για τα Γιάννενα, το ότι έφυγε το εβραϊκό στοιχείο ήταν υπέρ, όχι κατά. Γιατί αυτοί λυμαίνονται την οικονομία της πόλης’.

Ανατριχιάζω με τις τελευταίες λέξεις του Βασίλη. Μου θυμίζουν τη ναζιστική προπαγάνδα στη Γερμανία του ’30. Μέχρι στιγμής θεωρούσα πως η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν διαφορετική, ότι υπήρχε ήρεμη συμβίωση Χριστιανών και Εβραίων στα σοκάκια της πόλης. Υπήρξε τελικά αυτή η γαλήνια εικόνα στην πραγματικότητα;

Μου ‘ρχεται στο νου και μια άλλη αναφορά της μυστικής στρατονομίας της 27ης Μαρτίου 1944 που υποστηρίζει κάποια ‘ικανοποίηση των πολιτών για την εκτόπιση των Εβραίων από τα Γιάννενα’. Πρόκειται πράγματι για ψέμματα των ναζί προκειμένου να δικαιολογήσουν τα εγκλήματά τους; Δεν λέω τίποτα. Τελειώνουμε και φεύγουμε.»

image3


Ι
V. Με Βασιλικό Διάταγμα συγκροτήθηκε κιόλας το 1946 μία «Επιτροπή Βοηθείας για την Επανένταξη των Εβραίων στην Ελλάδα». Τα δικαιώματα περιουσιών για τις οποίες δεν υπήρχαν κληρονόμοι, μεταβιβάστηκαν στην Επιτροπή αυτήν. Όμως το Ελληνικό κράτος απαίτησε κι απ’ αυτήν έναν φόρο που έφτανε στο 50%. Και πάλι μετά από δικαστικούς αγώνες ετών, η φορολογία αυτή μειώθηκε στο 25%.

Έτσι, οι επιστρέψαντες στα Γιάννενα Εβραίοι ήταν αναγκασμένοι να ζουν από την αμερικάνικη βοήθεια που ανέρχονταν σε 2 ή 3 δολάρια το μήνα. Μετά απ’ όλα αυτά, αυτοί οι λίγοι που επέστρεψαν στην πόλη σύντομα την εγκατέλειψαν. Το 1950, με τη βοήθεια εράνων μεταξύ Εβραίων της Αμερικής, ήρθαν Εβραίοι δάσκαλοι από το Ισραήλ στην Ελλάδα για τα Εβραιόπουλα. Θλιβερό γεγονός όμως ότι τα Γιάννενα δε χρειάζονταν πλέον κανέναν δάσκαλο: παιδιά που θα έπρεπε να πάνε σχολείο δεν υπήρχαν στην πόλη.

Μόνο χρόνια αργότερα άλλαξε η κατάσταση. Ο Γιάννης μου μίλησε για μια εβραία συμμαθήτριά του, με την οποία είχε στενή φιλία. […] Η φίλη του Γιάννη θα μιλήσει για εμάς σε έναν ηλικιωμένο συγγενή της που επέστρεψε από το Άουσβιτς. […] Την επόμενη μέρα πηγαίνουμε στο μαγαζί του. […] Ο Γιάννης αρχίζει να του εξηγεί το σκοπό της επίσκεψής μας και τι ακριβώς θέλουμε… όταν ξαφνικά αναφέρει «Ο κύριος αυτός είναι ιστορικός… από τη Γερμανία…» Το πρόσωπο του γέρου τώρα παγώνει… Ο Γιάννης συνεχίζει. Του λέει για τη συμμαθήτριά του: «Πηγαίναμε μαζί στο σχολείο. Μου φαίνεται πως είναι συγγενής σας. Και μου είπε ότι μπορούμε σε σας να ρωτήσουμε…»

Ο γέρος στέκεται ακίνητος… «Συγγενή; Δεν έχω συγγενείς…» Διακόπτει αμέσως… «Δε γνωρίζω τι θέλετε… Λοιπόν… πηγαίνετε επιτέλους!»

[Aποσπάσματα από το Schminck-Gustavus, C. (2008) Μνήμες Κατοχής ΙΙ: Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας, Ιωάννινα: Ισνάφι.]

Για μαρτυρίες από τους ίδιους τους Εβραίους των Ιωαννίνων, βλέπε εδώ και εδώ.

Για τις 19 φωτογραφίες από τον εκτοπισμό των Εβραίων των Ιωαννίνων, βλέπε εδώ.

 

walter blume

V. Ο 35χρονος διδάκτορας νομικής Βάλτερ Μπλούμε το 1941 είχε ήδη διεξάγει μια επιτυχημένη καριέρα στην Ασφάλεια του Ράϊχ (RSHA) και κλήθηκε να οδηγήσει μια από τις ειδικές δυνάμεις των SS που έδρασαν στα μετόπισθεν κατά την εκστρατεία ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Εντολή των μονάδων αυτών ήταν να ασφαλίζουν τα νώτα των μάχιμων ομάδων εκτελώντας “Εβραίους, συμμορίτες, τσιγγάνους, κομμουνιστές, διανοητικά ασθενείς και λοιπούς εχθρούς του Ράϊχ.” Τις εντολές του τις έπαιρνε από τον Heydrich και εκείνος απευθείας από τον Χίτλερ. Το 1943 ο Μπλούμε πήρε προαγωγή και στάλθηκε στην ελλάδα ως διοικητής της μυστικής αστυνομίας. Υπήρξε ο υπεύθυνος για τον εκτοπισμό των εβραίων της Ρόδου και της Κω, της Αθήνας, της Κέρκυρας και των Ιωαννίνων. Το 1945 συνελήφθη από τους Αμερικάνους και το 1948 καταδικάστηκε για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε θάνατο, ωστόσο το 1951 του δόθηκε αμνηστία και η ποινή του μετατράπηκε σε 25 χρόνια κάθειρξη, από τα οποία εξέτισε μόλις τα δέκα. Έτσι απελευθερώθηκε το 1955. Το 1968 συνελήφθη ξανά για να δικαστεί για τα εγκλήματά του κατά των εβραίων της ελλάδας. Το 1971 απαλλάχθηκε και το 1974 πέθανε. Το 1997 ανακαλύφθησαν σε συγγενή του στη Βραζιλία μπάρες χρυσού, χρυσά δόντια, δαχτυλίδια και ρολόγια αξίας 4 εκατομμυρίων δολαρίων.

 

Stepanyan TSP, 25/03/2016.

This entry was posted in new stuff and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *